Τα τελευταία χρόνια ο πολιτικός χώρος που κάποτε σχεδόν αποκλειστικά εκπροσωπούσε το ΠΑΣΟΚ, όντας για περίπου τέσσερις δεκαετίες πλειοψηφικό ρεύμα στην ελληνική κοινωνία, εμφανίζεται κατακερματισμένος και συρρικνωμένος.
Τα άλλοτε αυτοκρατορικά ποσοστά έχουν γίνει μονοψήφια και η κοινωνική βάση έχει στραφεί σε άλλα κόμματα ή επιλέγει την αποχή. Επιπλέον, απουσιάζουν η πειστική προγραμματική πρόταση και ο ηγέτης που θα έδινε πνοή στη λεγόμενη Κεντροαριστερά.
Η κόπωση και η φθορά των πολλών ετών διακυβέρνησης, η αγόγγυστη αποδοχή των μνημονίων και η εμφάνισή τους ως αναγκαίων για τη «σωτηρία» της χώρας, καθώς και ο σφιχτός εναγκαλισμός με νεοφιλελεύθερες πολιτικές και τους εκφραστές τους, είναι επίσης ορισμένοι από τους παράγοντες των χαμηλών εκλογικών επιδόσεων αλλά και της αδυναμίας ανάκαμψης.
Ακόμη και οι υπόλοιποι νεότεροι «παίκτες», μεταξύ των οποίων το Ποτάμι, η ΔΗΜΑΡ, το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών κι άλλες πολιτικές κινήσεις ή όμιλοι προβληματισμού που ιδρύθηκαν στη συνέχεια και θέλησαν να παρουσιαστούν ως μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση έναντι του «λαϊκίζοντος» ΣΥΡΙΖΑ και της «συντηρητικής» Ν.Δ., δεν κατάφεραν να πετύχουν τον σκοπό τους.
Η σκληρή πόλωση ανάμεσα στα δύο μεγαλύτερα κόμματα και η διατήρηση της χώρας σε ένα καθεστώς έκτακτης κατάστασης επέδρασαν και εξακολουθούν να επιδρούν αρνητικά σε κάθε προσπάθεια να καρποφορήσει η όποια πρωτοβουλία αναλαμβάνεται για έναν φορέα «μεταρρυθμιστικό» και «προοδευτικό».
Δεν φαίνεται πάντως να είναι οι παραπάνω λόγοι οι μοναδικοί που ευθύνονται και κρατούν την Κεντροαριστερά μακριά από τον ισχυρό καλό εαυτό του παρελθόντος.
Αφ’ ενός, τροχοπέδη αποτελεί η «σοσιαλδημοκρατικοποίηση» του ΣΥΡΙΖΑ, στον οποίο έχει βρει πολιτική στέγη σημαντικό τμήμα των κεντροαριστερών ψηφοφόρων.
Αφ’ ετέρου, αν και αυτοπροσδιορίζονται ως οι γνήσιοι εκπρόσωποι της Κεντροαριστεράς αρνούμενοι ότι ο πρωθυπουργός και το σημερινό κυβερνών κόμμα έχουν υιοθετήσει ένα μέρος από τα πολιτικά προτάγματα της σοσιαλδημοκρατίας, εντούτοις οι ηγεσίες αυτών των κομμάτων κάνουν ό,τι μπορούν για να αποδείξουν ακριβώς το αντίθετο.
Με άλλα λόγια, η πολιτική επιχειρηματολογία τους δομείται κατά κανόνα στη βάση μιας αντι-ΣΥΡΙΖΑ προσέγγισης ή το λιγότερο σε μια λογική ίσων αποστάσεων ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Κι όλα αυτά την ώρα που οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές πιέζουν το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι να μπουν στην κυβέρνηση, εισπράττοντας όμως ένα ξεκάθαρο «όχι». Ενδιαφέρον λόγω συγκυρίας παρουσιάζει η αυριανή τοποθέτηση του Στ. Θεοδωράκη σε εκδήλωση της ευρωομάδας των σοσιαλδημοκρατών στις Βρυξέλλες.
Σε ό,τι αφορά τη Φώφη Γεννηματά έχει χαράξει στρατηγική της ταυτόχρονης απόρριψης των πολιτικών του ΣΥΡΙΖΑ και της Ν.Δ. ως αδιέξοδων για την υπέρβαση της κρίσης, ζητώντας τη δημιουργία μιας ομοσπονδίας από τις δυνάμεις του Κέντρου. Ωστόσο, μία ημέρα μετά την εκλογή νέου αρχηγού στη Ν.Δ. είχε προβεί σε μια δήλωση που προκάλεσε αντιδράσεις στον ευρύτερο χώρο της. Υποστήριξε ότι με τον κ. Μητσοτάκη τη χωρίζει «άβυσσος».
«Αγκάθι» οι ΑΝ.ΕΛΛ.
Αντί πάντως για Κεντροαριστερά που θα περίμενε κανείς να αντιμετωπίζει ως δυνάμει σύμμαχο την Αριστερά για τη διαμόρφωσης ενός προοδευτικού πόλου διακυβέρνησης απέναντι στη Ν.Δ. (σε μια από τις πιο διαδεδομένες δικαιολογίες για τη μη διαμόρφωσή του μέχρι στιγμής εγκαλείται ο ΣΥΡΙΖΑ που επέλεξε για εταίρο τους ΑΝ.ΕΛΛ.), οι φωνές που συνήθως επικρατούν είναι εκείνες της Κεντρο-αντιΑριστεράς (για να χρησιμοποιήσουμε έναν νεολογισμό).
Στο πλαίσιο αυτό, στο όνομα αποφυγής νέων κινδύνων για την ευρωπαϊκή κατεύθυνση της χώρας, δεν θα είχαν αντίρρηση να συγκροτήσουν μέτωπο με τη νυν αξιωματική αντιπολίτευση, ώστε κατ’ αρχάς να πέσει η κυβέρνηση και μετέπειτα να αποτελέσουν εκείνοι μελλοντικούς κυβερνητικούς εταίρους σε ένα πιθανό σχήμα με κορμό τη Ν.Δ.
Αυτή την προοπτική έχει περιγράψει σε δημόσιες παρεμβάσεις του ο Ευάγγελος Βενιζέλος, διαφοροποιούμενος από τη γραμμή της Χαριλάου Τρικούπη. Συγκεκριμένα, έχει υποστηρίξει ότι μια κυβέρνηση συνεργασίας δεν μπορεί να προκύψει με «ιθύνουσα δύναμη» τον ΣΥΡΙΖΑ και οι δυνάμεις που πιστεύουν στις μεταρρυθμίσεις πρέπει «να αναλάβουν την ευθύνη να κάνουν τα αναγκαία βήματα». Εχει επίσης σημειώσει ότι το ΠΑΣΟΚ «δεν έχει ούτε ίσες αποστάσεις ούτε κοντή μνήμη» αναφορικά με τη στάση του έναντι της κυβέρνησης και της Ν.Δ.
Ο Σταύρος Θεοδωράκης, από την πλευρά του, δεν θεωρεί ότι το Ποτάμι ανήκει στην Κεντροαριστερά, αλλά όμως έχει πλέον ξεκινήσει συζητήσεις με τη Δημοκρατική Συμπαράταξη. Εξάλλου, στο κόμμα του συμμετέχουν στελέχη φιλελεύθερης πολιτικής προέλευσης, ενώ έχει συνεργαστεί επισήμως με τη Δράση του Στέφ. Μάνου και του Θ. Σκυλακάκη.
Την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ διατηρούσε διαύλους επικοινωνίας με το Μαξίμου και τον Αλέξη Τσίπρα, κάτι που άλλαξε άρδην μετά τον Σεπτέμβριο. Βουλευτές του Ποταμιού, όπως ο Ιάσονας Φωτήλας, έχουν ανοιχτά ταχθεί υπέρ της συμπόρευσης με τη Ν.Δ. και ο ίδιος ο κ. Θεοδωράκης δηλώνει πλέον ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συγκαταλέγεται στις προοδευτικές δυνάμεις.
Τη συμπόρευση των κεντρώων δυνάμεων επιθυμεί ο Κώστας Σημίτης, αν και η ζυγαριά της κριτικής του γέρνει περισσότερο προς τον ΣΥΡΙΖΑ, για τον οποίο είχε σχολιάσει ότι αποτελεί μια Αριστερά χωρίς έρμα και έχει στην κυβέρνηση «ανόητα πρόσωπα».
Ξάφνιασε ο Γιώργος
Στον αντίποδα, ο Γιώργος Παπανδρέου ξάφνιασε τις προάλλες όταν ζήτησε στον διάλογο για την Κεντροαριστερά να προσκληθεί και ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ μερικές ημέρες νωρίτερα είχε προτρέψει τον πρωθυπουργό σε μια νέα προοδευτική αρχή με αποπομπή του Πάνου Καμμένου από το κυβερνητικό σχήμα.
Η ΔΗΜΑΡ και ο πρόεδρός της Θανάσης Θεοχαρόπουλος, εκπροσωπώντας το ρεύμα της ανανεωτικής Αριστεράς, προωθούν τη λύση ενός ενιαίου κεντροαριστερού φορέα «ως μία σύγχρονη αριστερή πρόταση διακυβέρνησης». Υπενθυμίζεται ότι σύμπραξη της Αγίου Κωνσταντίνου με το ΠΑΣΟΚ προκάλεσε το διαζύγιο με τον Φώτη Κουβέλη, ο οποίος βρίσκεται προ των πυλών της επιστροφής στον ΣΥΡΙΖΑ και εκτιμά ότι η επιχειρηματολογία στελεχών της Κεντροαριστεράς κατά της κυβέρνησης κλείνει το μάτι στη Ν.Δ.
Να σημειωθεί ότι την πρώτη απόπειρα συνένωσης της Κεντροαριστεράς ανέλαβε τον Οκτώβριο του 2014 η κίνηση των «58» σε κείμενο-διακήρυξη που υπέγραφαν διάφορες προσωπικότητες. Παρά την πρωτοφανή στήριξη και προβολή που έτυχε από μέσα ενημέρωσης, η πρωτοβουλία δεν καρποφόρησε.
Την επανάληψη ενός παρόμοιου σκηνικού βιώνουμε αυτό το διάστημα μέσω της έναρξης των διαβουλεύσεων ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ, τη ΔΗΜΑΡ, το Ποτάμι, το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών και άλλες σοσιαλδημοκρατικές κινήσεις.
