«Το ταξίδι ξανάρχισε»: με τις λέξεις αυτές έκλεισε την ομιλία του στο «Ολύμπιον» ο Αλέξης Τσίπρας το μεσημέρι του Σαββάτου. Για την ακρίβεια, το ταξίδι έχει ξεκινήσει από τα τέλη του 2025 και σήμερα οδεύει πλέον στην 4η στάση του, μετά το «Παλλάς», την Πάτρα και από προχθές τη Θεσσαλονίκη. Χωρίς να κρύψει ότι το σχέδιό του είναι σε πλήρη εξέλιξη -γίνονται, προφανώς, οι αναγκαίες επεξεργασίες σε προγραμματικό επίπεδο, αλλά και οι επαφές σε επίπεδο προσώπων- ο πρώην πρωθυπουργός υπαινίχθηκε ότι δεν ετεροκαθορίζεται από νεοπαγή σχήματα ή άλλα πολιτικά σχέδια. Η επιτυχία του εγχειρήματος είναι αυτό που έχει σημασία και όλα τα υπόλοιπα υποτάσσονται στη λογική αυτή.
«Η χώρα μας έχει ανάγκη από πολιτική αλλαγή και το πιστοποιούν συντριπτικά οι έρευνες κοινής γνώμης», αποφάνθηκε, με πρώτο βήμα όμως να πεισθούν οι απογοητευμένοι πολίτες. Να πεισθούν ότι «και όμως κινείται!». Ενώ δεν παρέλειψε να καταθέσει και το στίγμα της δικής του πρότασης λέγοντας: «Ο προοδευτικός κόσμος αναζητά μια ισχυρή κυβερνώσα προοδευτική δύναμη και όχι μικρά και ανίσχυρα να κυβερνήσουν κόμματα. Ούτε μια ακόμη δύναμη διαμαρτυρίας, έχουμε τέτοιες, αλλά εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης».
Με μοναδικό αντίπαλό του τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο Αλέξης Τσίπρας εξαπέλυσε σφοδρή -και μάλλον τη σφοδρότερη ώς τώρα κατά τον τελευταίο χρόνο- επίθεση κατά του βασικού επιτεύγματος της σημερινής κυβέρνησης: του επιτελικού κράτους. Το κράτος-λάφυρο, όπως είπε, επί ημερών της κυβέρνησης Μητσοτάκη «έγινε μικρότερο για να μη χωρά τις ανάγκες των πολιτών, έγινε πελατειακό για να χωρά τα ρουσφέτια των ημετέρων, έγινε επιτελικό για να χωρά μόνο τη μικρή παρέα της εξουσίας που καθορίζει τη ροή του δημόσιου χρήματος και τις επιστροφές του», ήταν η χαρακτηριστική καταγγελία του Αλ. Τσίπρα, που έφερε και ένα συγκεκριμένο παράδειγμα:
Πώς η δική του κυβέρνηση άφησε έτοιμη σύμβαση για ένα νέο, υπερσύγχρονο σύστημα στο FIR Αθηνών, αλλά η διάδοχη κατάσταση «την έβαλε στον πάγο για επτά ολόκληρα χρόνια». Γιατί; «Γιατί δεν τα είχαν “στήσει”» ήταν η εξήγηση που έδωσε. Αλλο παράδειγμα; Το σκάνδαλο των υποκλοπών που, όπως τόνισε, «δεν ήταν “λάθος”. Δεν ήταν “παρακολούθηση που ξέφυγε”. Ηταν μοντέλο εξουσίας».
«Αυτό το κράτος θέλουμε; Το κράτος της ολιγαρχίας του Μαξίμου, του “Φραπέ”, του Predator, των Τεμπών και των μπάζων; Αυτό το κράτος αξίζει στην πατρίδα μας; Αυτό το κράτος αξίζει στους νέους ανθρώπους αυτού του τόπου;» ήταν τα καταιγιστικά ερωτήματα του πρώην πρωθυπουργού, που υπενθύμισε πως στη δική του θητεία, χωρίς εμπειρία διακυβέρνησης -δεν έγιναν όλα τέλεια, αναγνώρισε-, αλλά με όπλο την εντιμότητα -κι αυτό ήταν το σημείο που χειροκροτήθηκε περισσότερο από το ακροατήριο, «εμείς ούτε ένα ευρώ δεν σφετεριστήκαμε από τις θυσίες του ελληνικού λαού. Η αφοσίωση στα συμφέροντα της μονίμως αδικημένης πλειοψηφίας ήταν το κίνητρό μας», τόνισε.
Αναφέρθηκε, τέλος, και στις ανησυχητικές διεθνείς εξελίξεις αλλά και πώς στάθηκε σε αυτές η σημερινή κυβέρνηση: Οι δημοκρατικοί και προοδευτικοί άνθρωποι είναι αλληλέγγυοι με τον αγώνα κάθε λαού για δικαιώματα, ήταν το δικό του στίγμα, αποφασιστικά αντίθετοι στην παραβίαση του διεθνούς δικαίου, είτε αυτό αφορά τη Γάζα και την Ουκρανία, είτε τη Βενεζουέλα και, βέβαια, την Κύπρο. Και όχι, βέβαια, με τα μισόλογα του Ελληνα πρωθυπουργού. Η Ελλάδα θέλει συμμαχίες και όχι προστάτες, τόνισε καταγγέλλοντας ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη μπλόκαρε την επιβολή κυρώσεων στο κράτος του Ισραήλ.
