Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Προδότη» αποκάλεσε τον Αλέξη Τσίπρα η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας Ζωή Κωνσταντοπούλου, αντιδρώντας στη Βουλή στις αναφορές που περιλαμβάνει για την ίδια, το βιβλίο του «Ιθάκη». Η κ. Κωνσταντοπούλου σε παρέμβασή της στην Ολομέλεια της Βουλής είπε ότι «σήμερα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο ενός πρωθυπουργού που πρόδωσε την πιο ιερή εντολή ενός λαού, το δημοψήφισμα». Και προσέθεσε δηκτικά: «χαίρομαι και αισθάνομαι τιμή που ένας προδότης καταγράψει ότι τον δυσκόλεψα στην προδοσία. Αυτή είναι η δική μας δέσμευση και παρακαταθήκη, να μην διευκολύνουμε καμία προδοσία».

Οι αναφορές Τσίπρα στην πρώην πρόεδρο της Βουλής

«Δυστυχώς, η πολιτική και η Αριστερά μαγνητίζουν τους νάρκισσους, όπως το φως τα έντομα» έγραψε ο κ. Τσίπρας για την κ. Κωνσταντοπούλου, με την ιδιότητά της ως μία από τις προσωπικότητες που συνάντησε στο ταξίδι του για την Ιθάκη αλλά που -όπως διαβάζει κανείς στο πόνημά του- μετάνιωσε πικρά που μοιράστηκε μαζί της, έστω και μερικούς μήνες συμβίωσης στα ανώτατα θεσμικά αξιώματα της Ελλάδας. Ανέφερε, ειδικότερα:

«Οι ηγέτες οφείλουν να συνδυάζουν την ηθική της πεποίθησης με την ηθική της ευθύνης. Δεν αρκεί να λογοδοτούν στη συνείδησή τους ή στην Ιστορία. Οφείλουν να λογοδοτούν στον λαό τους, με βάση τα αποτελέσματα των πράξεών τους και τις συνέπειες που αυτές προκαλούν στην πραγματική ζωή.

Εκείνες τις κρίσιμες ώρες, λοιπόν, η δική μου ευθύνη ήταν να κερδίσω τη μάχη για την αξιοπρέπεια και την ευημερία του ελληνικού λαού, όχι τη μία σε βάρος της άλλης. Η καθεμία χωρίς την άλλη θα ήταν ανεπαρκής. Και το να επιμένει κανείς άκαμπτα μόνο στη μία πλευρά, αυτή της αξιοπρέπειας, αγνοώντας τις επιπτώσεις της, δεν είναι πολιτική ακεραιότητα, είναι αδιαλλαξία ή αφέλεια. Τόσο η αδιαλλαξία όσο και η αφέλεια, όταν κυβερνά κανείς, μπορεί να γίνουν εργαλείο αυτοκαταστροφής.

Μια χαρακτηριστική περίπτωση τέτοιας αυτοκαταστροφικής αδιαλλαξίας ήταν εκείνη της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Η διαχείρισή της υπήρξε μία από τις πλέον επώδυνες εμπειρίες εκείνης της περιόδου. Είχα ήδη μετανιώσει για την πρόταση που της είχα απευθύνει να αναλάβει τη θέση της Προέδρου της Βουλής, σε μια προσπάθεια να δώσουμε εικόνα ανανέωσης και μαχητικότητας. Μια νέα και δυναμική γυναίκα, σε μια θέση που είθισται να ανήκει σε απόμαχους της πολιτικής, σκέφτηκα, όταν αποφάσισα να την προτείνω για τη θέση.

Ωστόσο, η στάση της ήταν συστηματικά συγκρουσιακή και παρελκυστική. Ήταν εξάλλου εξαρχής αντίθετη σε κάθε ιδέα Συμφωνίας, χωρίς όμως να αισθάνεται την παραμικρή ανάγκη να καταθέσει μια εναλλακτική πρόταση. Όταν την καλούσα να συζητήσουμε ρεαλιστικές εναλλακτικές για την περίπτωση πλήρους ρήξης με τους εταίρους, μου απαντούσε με μια αφοπλιστική αοριστία: “Θα πάμε στον ΟΗΕ”. Κι όταν, σχεδόν απελπισμένος, την ρωτούσα “Κι αν πάμε, τι ακριβώς θα αλλάξει; Δεν θα έχουν ήδη καταρρεύσει τα δημόσια ταμεία και οι τράπεζες”; επανερχόταν πεισματικά: “Το χρέος είναι επονείδιστο, στον ΟΗΕ πρέπει να απευθυνθούμε”. Επέμενε σε μια δική της, αυστηρά μονοδιάστατη αντίληψη για το πρόβλημα, αγνοώντας πλήρως τις επείγουσες ανάγκες της χώρας και τις πολιτικές προκλήσεις της συγκυρίας.

Μετά τη συμφωνία, η Κωνσταντοπούλου, για να αντιταχθεί στις κεντρικές επιλογές της Κυβέρνησης, μετατράπηκε σε αντίπαλη φωνή. Συμπορεύτηκε με τους οπαδούς της εξόδου από το ευρώ και την Ευρώπη, τον Λαφαζάνη και όσους αποχώρησαν μαζί του, αξιοποιώντας τη θεσμική της θέση ως Προέδρου της Βουλής, στην οποία είχε εκλεγεί με δική μου πρόταση. Αντί να εγγυηθεί την ομαλή λειτουργία του Κοινοβουλίου, επέλεξε να παρεμποδίζει ενεργά τις διαδικασίες, προκαλώντας καθυστερήσεις σε κρίσιμες ψηφοφορίες. Έτσι, εκτυλίχθηκαν γεγονότα που προσβάλλουν κάθε έννοια σοβαρότητας, με εξαντλημένους βουλευτές να κοιμούνται στα έδρανα, γιατί οι συνεδριάσεις άρχιζαν εσκεμμένα τα μεσάνυχτα. Η ίδια καθυστερούσε σκόπιμα να ανέβει στην έδρα, με αποτέλεσμα οι διαδικασίες να διαρκούν ως το επόμενο πρωί.

Εμείς πασχίζαμε να εξασφαλίσουμε ένα δάνειο γέφυρα, για να καλύψουμε τις ανάγκες της χώρας, κι αυτή δημιουργούσε συνεχώς διαδικαστικά προσκόμματα. Αντί να αναλάβει την πολιτική ευθύνη και να παραιτηθεί από ένα αξίωμα, που της το είχε ορίσει μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία με την οποία πλέον διαφωνούσε κάθετα, επέμενε με εξουσιαστική μανία, γαντζωμένη στην καρέκλα, προσδοκώντας προφανώς ότι μια τέτοια στάση, θα της επέτρεπε να εκπληρώσει τις αρχηγικές της φαντασιώσεις.

Το αποκορύφωμα της απρόβλεπτης και εμμονικής στάσης της ήρθε όμως αργότερα, τον Αύγουστο, στις διαδικασίες ψήφισης της δανειακής σύμβασης. Η διαρκής αναβολή, οι τεχνητές καθυστερήσεις, η ασυνήθιστη διαδικαστική αυστηρότητα σε σημείο υπερβολής, έδειχναν μια ανώριμη πολιτική συμπεριφορά, η οποία υπονόμευε τον ρόλο που έπρεπε να υπηρετεί. Αντί για θεσμική εγγυήτρια, είχε μετατραπεί σε παράγοντα γελοιοποίησης του Κοινοβουλίου. Εξαντλούσε εσκεμμένα και κρατούσε ξάγρυπνο, το Σώμα της Βουλής μέχρι τις 6 το πρωί, χωρίς να υπηρετεί κανέναν θεσμικό σκοπό, πέρα από την ανάγκη για την έκφραση της διαφωνίας της με θεαματικό τρόπο. Δυστυχώς, η πολιτική και η Αριστερά μαγνητίζουν τους νάρκισσους, όπως το φως τα έντομα».