Ολόκληρη η Δεξιά και ο συστρατευόμενος Τύπος της προπαγανδίζουν και προεξοφλούν την εκλογή Α. Λοβέρδου, με τις ευλογίες του Αρχιεπισκόπου αν κρίνουμε από τη θερμή τους… προεκλογική συνάντηση, μη διστάζοντας να προβούν σε άμεση παρέμβαση στα εσωτερικά ενός κόμματος.
Βέβαια ο καθηγητής του Συνταγματικού Δίκαιου δεν έχει προφανώς πρόβλημα με αυτήν τη χοντροκομμένη παρέμβαση, μια και ο ίδιος γράφει στο βιβλίο του ότι «εμείς στο ΠΑΣΟΚ συνήθως φροντίζουμε να βλέπει ο διπλανός μας αν άλλα λέμε στην Κ.Ο. κι άλλα κάνουμε στην ψηφοφορία, όταν η ψήφος στη Βουλή είναι ονομαστική, αλλά και μυστική»! Πόσο μάλλον δηλαδή να προπαγανδίζει η Ν.Δ. την επιλογή συγκεκριμένου αρχηγού στο ΚΙΝ.ΑΛΛ.
Πρωτεύον δεν είναι φυσικά -πριν ακόμα αποφανθεί η Δικαιοσύνη- το ότι ήδη ο ίδιος διώκεται για τις αποφάσεις υπερτιμολόγησης των φαρμάκων της Novartis εφόσον οι εισαγγελείς -τους οποίους τώρα σέρνουν στα δικαστήρια- διαπίστωσαν σοβαρές ενδείξεις τέλεσης αδικημάτων κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως υπουργού Υγείας. Ούτε βέβαια είναι πρωτεύον ότι ο ίδιος είχε προτείνει επί κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου τον Δημήτρη Παπαγγελόπουλο στη θέση του ειδικού γραμματέα Διαφθοράς ενώ σήμερα τον κατηγορεί για σκευωρό. Δεν είναι, τέλος, πρωτεύον το γεγονός ότι ο Α. Λοβέρδος ως συνήγορος του πρώην μεγαλοκατασκευαστή Καλογρίτσα βοήθησε στην ανάδειξή του ως ισχυρού μάρτυρα κατηγορίας στην υπόθεση αποδόμησης του σκανδάλου που ζημίωσε το Ελληνικό Δημόσιο.
Τα βασικά πεπραγμένα του πρώην κεντρώου υποψηφίου, που απηχούν και τις απόψεις του περί δικαίου, είναι δύο: η γνωστή κατάπτυστη ακόμα και σε διεθνές επίπεδο υγειονομική διάταξη που οδήγησε στη διαπόμπευση οροθετικών γυναικών και η άλλη εθνική ντροπή που ήταν η περίφημη «εγκύκλιος Λοβέρδου» για την απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών, λόγω της οποίας η Ελλάδα καταδικάστηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Παπαγεωργίου κ.ά. κατά Ελλάδας, 31.10.2019), θυμίζει σε ανάρτησή του ο δικηγόρος Βασίλης Σωτηρόπουλος και παρατηρεί:
«Ο Α. Λοβέρδος στις 23.1.2015, δηλαδή δύο μέρες πριν τις πρώτες εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 στις οποίες και ο ίδιος ήταν υποψήφιος βουλευτής, κλείνοντας προφανώς το μάτι στους ψηφοφόρους της επικρατούσας θρησκείας, εξέδωσε μια εγκύκλιο βάσει της οποίας οι μαθητές μπορούσαν να απαλλαγούν από το μάθημα των Θρησκευτικών μόνο αν δήλωναν ότι “δεν είναι χριστιανοί ορθόδοξοι”. Μέχρι τότε ίσχυε η προηγούμενη εγκύκλιος του Στυλιανίδη (Ν.Δ., 2008), βάσει της οποίας οι μαθητές έπαιρναν απαλλαγή από τα Θρησκευτικά με απλή υπεύθυνη δήλωση ότι θα απαλλαγούν “για λόγους συνείδησης”.
Ο Α. Λοβέρδος είχε βασιστεί σε μια παλαιότερη δικαστική απόφαση, την 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων βάσει της οποίας ακυρώθηκε η παράλειψη της υποχρέωσης του διευθυντή της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Χανίων να αποφανθεί επί της αιτήσεως θεολόγων των Χανίων. Την ξέθαψε τρία χρόνια μετά από το συρτάρι του και δύο μέρες πριν τις εκλογές έβγαλε την περίφημη εγκύκλιο ως υπουργός Παιδείας, μέχρι που η Ελλάδα καταδικάστηκε για αυτόν τον λόγο από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο 4 χρόνια μετά.
»Στην απόφασή του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ορίζει ότι όλη αυτή η πρακτική της “εγκυκλίου Λοβέρδου” που επιβάλλει σε γονείς το απαράδεκτο βάρος να αποκαλύπτουν έστω και πλαγίως τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των παιδιών τους συνιστά παραβίαση του ανθρώπινου δικαιώματος στην εκπαίδευση (άρθρο 2 Πρώτου Πρωτοκόλλου Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) σε συνδυασμό με το άρθρο 9 (ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Κάθε οικογένεια που προσέφυγε αποζημιώθηκε με 8.000 ευρώ». Τους προσφεύγοντες εκπροσώπησε τότε ο κ. Σωτηρόπουλος.
Τέλος, δεν θα πρέπει να ξεχαστεί ότι ήταν ο Α. Λοβέρδος το 1997 που είχε προτείνει την επαναφορά της θανατικής ποινής επιχειρηματολογώντας «επιστημονικά», όπως ο ίδιος ισχυριζόταν, ότι το ελληνικό ποινικό σύστημα χρειάζεται την επαναφορά της ποινής του θανάτου! (άρθρο Α. Λοβέρδου στα «Νέα», στις 21.11.1997).
Ηδη το επιτελικό κράτος έσπευσε να υλοποιήσει εν μέρει τις απόψεις Λοβέρδου επιβάλλοντας, διά νόμου και αντίθετα με το Ποινικό Δίκαιο, τα ισόβια στις ανθρωποκτονίες και στερώντας από το εκάστοτε δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει κατά περίπτωση την ποινή.
