ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας, η κατάσταση της εργατικής τάξης, το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και η Κοινωνική Συμμαχία και η παρέμβαση του ΚΚΕ είναι οι βασικοί άξονες του τρίτου και τελευταίου κειμένου της Κ.Ε. του ΚΚΕ, το οποίο κλείνει τον κύκλο των ζητημάτων που θα συζητηθούν στο προσεχές συνέδριο του κόμματος.

Συγκεκριμένα, το ΚΚΕ με αυτό το τρίτο κείμενο θέσεων και αποτίμησης εξετάζει τις βασικές τάσεις εξέλιξης της ταξικής διάρθρωσης στην Ελλάδα, την επίδραση της αστικής πολιτικής στην κατάσταση της εργατικής τάξης και την εφαρμογή της πολιτικής της Ε.Ε., την κατάσταση στο εργατικό, συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα -και μόνη της αλλά και σε σχέση με τη διεθνή πραγματικότητα, κυρίως μέσω της παρέμβαση του κόμματος στην προώθηση της Κοινωνικής Συμμαχίας-, τη δράση των κομμουνιστριών στο Ριζοσπαστικό Γυναικείο Κίνημα (ΟΓΕ) και τις δράσεις του ΚΚΕ και της ΚΝΕ «στους νέους και τις νέες των εργατικών – λαϊκών οικογενειών».

Ουσιαστικά, το ΚΚΕ, δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, επιθυμεί να επανεξετάσει τις βασικές τάσεις στην ταξική διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, καθώς και τη σημερινή κατάσταση της εργατικής τάξης. Αυτό, πάντα σύμφωνα με τους ίδιους, θα γίνει «αναλύοντας τους όρους που διαμορφώθηκαν και διαμορφώνονται στη δουλειά και τη ζωή των εργατών/τριών, συνολικά τους όρους πώλησης της εργατικής της δύναμης, αλλά και τις μορφές εντατικοποίησης της εκμετάλλευσής της». Παράλληλα εντοπίζουν τις «αρνητικές αλλαγές και πώς αυτές επιδρούν στην ενότητα της πάλης, στη διαμόρφωση ταξικής συνείδησης, τη στάση της απέναντι σε αστικές κυβερνήσεις που καλούνται να διαχειριστούν αυτή την κρίση σε βάρος των εργατικών συμφερόντων».

Συνδικαλισμός

Το τι συμβαίνει στον συνδικαλιστικό τομέα είναι επίσης ένα μείζον ζήτημα για το κόμμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΓΣΕΕ, μόλις το 15% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα ανήκουν σε κάποιο συνδικαλιστικό φορέα: από τις 62 ενταγμένες στη ΓΣΕΕ Ομοσπονδίες, τα 79 Εργατικά Κέντρα, στα οποία είναι γραμμένα πάνω από 2.300 πρωτοβάθμια σωματεία, μόλις 360.000 εργαζόμενοι έχουν πάρει μέρος στις αρχαιρεσίες των τριών τελευταίων χρόνων.

Οσο για την ΑΔΕΔΥ, με εγγεγραμμένες 44 Ομοσπονδίες, στις οποίες συμμετέχουν πάνω από 1.200 πρωτοβάθμια σωματεία, στις αρχαιρεσίες αυτών πήραν μέρος μόνο 265.000 εργαζόμενοι. Ακόμα και στο Δημόσιο, που το ποσοστό συμμετοχής βρίσκεται στο 62%, αυτό αφορά μόνο τους εργαζόμενους με σχέση μονιμότητας ή με συμβάσεις αορίστου χρόνου, που γράφονται στα σωματεία από την πρώτη μέρα, ακόμα και εν αγνοία τους.

Ολα αυτά τα ιστορικά χαμηλά ποσοστά προβληματίζουν το ΚΚΕ, το οποίο προτάσσει ως εξήγηση πως «η αντεπανάσταση και η ανατροπή του σοσιαλισμού είναι τα στοιχεία που επιδρούν ως αντικειμενικός παράγοντας στην υποχώρηση του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος». Ωστόσο κάνει λόγο και για «τη συρρίκνωση ή το κλείσιμο παραγωγικής δραστηριότητας σε κλάδους με ιστορία συνδικαλιστικής οργάνωσης και αγώνων», καθώς και για «τις μεγάλες αρνητικές αλλαγές στους όρους δουλειάς και ζωής της εργατικής τάξης» που έγιναν εξαιτίας των «λεγόμενων “καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων” και αντεργατικών μεταρρυθμίσεων».

Παραδέχεται μάλιστα πως «η δράση του Κόμματος, που έχει φέρει συγκεκριμένα αποτελέσματα και σημαντική πείρα, δεν έχει αλλάξει το γεγονός ότι στους βασικούς κλάδους και τομείς της καπιταλιστικής οικονομίας, τα συνδικάτα, μια σειρά από δευτεροβάθμιες οργανώσεις, παραμένουν δεμένα με το εργοδοτικό και κυβερνητικό τμήμα που ηγεμονεύει στη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ, που αποτελεί έναν μηχανισμό συνδιοίκησης, διαχείρισης των εργοδοτικών και κρατικών αξιώσεων και συμφερόντων, έναν καθαρά γραφειοκρατικό μηχανισμό».

Ταυτόχρονα τονίζει πως «η πορεία και η εμβέλεια του ΠΑΜΕ είναι σημαντική», αν και «το κράτος επιδιώκει βαρύ χτύπημα στην καρδιά της λειτουργίας των συνδικάτων, επικαλούμενο ή προφασιζόμενο υπαρκτά προβλήματα», όπως είναι η απουσία, πλέον, Γενικών Συνελεύσεων, τα απονεκρωμένα συνέδρια «με άδειες αίθουσες μόνο για την εκλογή Δ.Σ. και αντιπροσώπων, χωρίς συζήτηση και διαπάλη», οι ηλεκτρονικές ψηφοφορίες κ.λπ.

Κρατικός έλεγχος

Καταγράφοντας την πραγματικότητα, πάντα βέβαια μέσα από την οπτική του κόμματος, αναδεικνύει το γεγονός πως «με βάση τη νέα “νομιμότητα” που διαμορφώνεται, το επόμενο διάστημα θα πληθύνουν ακόμη περισσότερο φαινόμενα όπου θεσμοί του αστικού κράτους (δικαστήρια κ.ά.) και η εργοδοσία δεν θα αναγνωρίζουν σωματεία και συλλογικές αποφάσεις, θα απορρίπτουν με νομικά προσχήματα την υπογραφή ΣΣΕ, θα ποινικοποιούν τη δράση, ακόμη και τις μαζικές διαδικασίες συνδικαλιστικών οργανώσεων» και κάνει λόγο για «τον πλέον ασφυκτικό κρατικό έλεγχο των συνδικάτων».

Ακριβώς εξαιτίας όλων των παραπάνω, το ΚΚΕ υποστηρίζει πως η «οργανωμένη πειθαρχία» και «η δράση των σωματείων ενάντια στις απαγορεύσεις και τα κατασταλτικά μέτρα που πήρε η κυβέρνηση με πρόσχημα την υγειονομική κρίση» ήταν οι δύο βασικοί πυρήνες αντίδρασης από τους οποίους «συγκεντρώθηκε μία πλούσια πείρα, την περίοδο της πανδημίας».

Και, ως αναμενόμενο, τονίζει εμφατικά πως «η παρέμβαση του Κόμματος και της ΚΝΕ στους νέους και τις νέες των εργατικών-λαϊκών οικογενειών είναι αυτή που μπορεί να δώσει ουσιαστική διέξοδο στις ανησυχίες που αφορούν το παρόν και το μέλλον τους», στρέφοντας την προσοχή του στη νεολαία. «Η πάλη των μελών του Κόμματος και της ΚΝΕ, ιδιαίτερα μέσα στα κινήματα της νεολαίας, μπορεί να είναι καθοριστική σε πολλαπλούς τομείς: στην προσπάθεια των νέων για μόρφωση, εργασία, δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, στην ανάπτυξη κοινωνικής δραστηριότητας, στις προσωπικές σχέσεις, στη δημιουργία οικογένειας αλλά και στον πολιτισμό, στον αθλητισμό και συνολικά στη δημιουργική και ποιοτική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, της αναψυχής, του δικαιώματος στις διακοπές κ.λπ».

Τέλος, στρεφόμενο προς το ίδιο, το κόμμα δηλώνει πως «αναλαμβάνει μεγάλα καθήκοντα για την ανασυγκρότηση του κινήματος της εργατικής τάξης, για τη συγκρότηση της κοινωνικής συμμαχίας» και επανεκτιμά το δικό του μερίδιο ευθύνης για το μέλλον: «Η Κ.Ε. του ΚΚΕ εκτιμά ότι μαζί με τις αρνητικές εξελίξεις υπάρχουν ταυτόχρονα και εφεδρείες στο κίνημα, διάφορες εστίες αντίστασης που πρέπει να βοηθήσουμε εμείς να βγουν στην επιφάνεια και να εκφραστούν με δυναμισμό. Μεγαλώνει η ευθύνη του Κόμματος, όλων των μελών και στελεχών μας» καταλήγουν.