Το σχέδιό του για την εκχώρηση της επικουρικής ασφάλισης, καθώς επίσης και της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, στις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες έκανε σαφές ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Ο πρόεδρος της Ν.Δ., μιλώντας χθες σε εκδήλωση της Ενωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος, ανέπτυξε για άλλη μια φορά τη μεταρρύθμιση που οραματίζεται για την ασφάλιση στη χώρα μας, δηλαδή την εφαρμογή του περιβόητου ασφαλιστικού συστήματος των τριών πυλώνων, το οποίο είναι βέβαια εμπνευσμένο από το νεοφιλελεύθερο μοντέλο που εφαρμόστηκε πιλοτικά στη Χιλή την περίοδο της δικτατορίας Πινοσέτ, προωθώντας την ιδιωτικοποίηση της ασφάλισης.
Μάλιστα στην ίδια κατεύθυνση με τον πρόεδρο της Ν.Δ. εμφανίστηκε και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννης Στουρνάρας, ο οποίος υποστήριξε, στη δική του ομιλία, ότι «το κράτος δεν μπορεί πλέον να επιμένει να διατηρεί το μονοπώλιο των συνταξιοδοτικών παροχών».
Σε αυτό το πλαίσιο ο κ. Μητσοτάκης τάχθηκε κατά του υπάρχοντος ασφαλιστικού συστήματος, λέγοντας ότι «εξαντλεί πια τα όριά του», ότι «παραμένει άδικο, πριμοδοτώντας συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες, ενώ αφήνει εκτεθειμένες άλλες με τρόπο απαράδεκτο», ότι «είναι αμφίβολο αν είναι βιώσιμο, καθώς δεν παρακολουθεί τις δυσμενείς, τραγικές θα έλεγα, δημογραφικές τάσεις», ότι «δεν επιτρέπει στους πολίτες να διαμορφώσουν οι ίδιοι τον ασφαλιστικό τους ορίζοντα», ότι «δεσμεύει πόρους από την ανάπτυξη» και ότι «δεν εξασφαλίζει και ικανοποιητικά ποσοστά αναπλήρωσης -παρά την πολύ υψηλή συνταξιοδοτική δαπάνη».
Επανέλαβε ότι θα καταργήσει τον νόμο Κατρούγκαλου και ότι θα τον αντικαταστήσει με το σύστημα των τριών πυλώνων, όπου ο δεύτερος πυλώνας, ο οποίος ανοίγει την πόρτα στον ιδιωτικό τομέα, είναι υποχρεωτικός και κεφαλαιοποιητικός και, όπως είπε ο κ. Μητσοτάκης, «θα παρέχεται από δημόσιο φορέα, από κάποιο Επαγγελματικό Ταμείο, αλλά και από πιστοποιημένους ιδιωτικούς παρόχους».
Υπό εποπτεία
Και πρόσθεσε ότι θα είναι «πάντοτε υπό την αυστηρή εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος», νιώθοντας βέβαια την ανάγκη να δικαιολογηθεί στις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες και να πει για την Τράπεζα της Ελλάδος: «Μπορεί μερικές φορές -το ξέρω- να αισθάνεστε ότι σας ταλαιπωρεί, αλλά είναι η εγγύηση ότι η ασφαλιστική αγορά δουλεύει εποπτευόμενη από μία αρχή υπεράνω υποψίας και μεγάλης φερεγγυότητας».
Προκειμένου να υποστηρίξει την ιδιωτικοποίηση της επικουρικής ασφάλισης, είπε ως επιχείρημα ότι οι νέοι δεν πιστεύουν πως θα πάρουν σύνταξη, «άρα το κίνητρο, δυστυχώς, και σε αυτούς να ενδώσουν στον “πειρασμό” της ανασφάλιστης εργασίας είναι μεγαλύτερο, διότι δεν πιστεύουν πολύ απλά ότι οι εισφορές τους θα πιάσουν οποιοδήποτε τόπο», βγάζοντας έτσι από το κάδρο των ευθυνών για την ανασφάλιστη εργασία τους εργοδότες.
Παραδέχτηκε ότι θα υπάρχει κόστος μετάβασης στο σύστημα αυτό, ισχυριζόμενος ότι «θα είναι μικρό» και λέγοντας ότι «το κράτος θα αναλάβει πρωταρχικά την υποχρέωση να το καλύψει».
Μίλησε επίσης για παροχή ασφάλισης από κοινού από κράτος και ιδιωτικό τομέα για την περίπτωση σεισμού, για να καταλήξει ότι «χρειάζεται και στον τομέα της Υγείας περισσότερη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα» υποστηρίζοντας ότι «ο τομέας της ιδιωτικής ασφάλισης έχει τεχνογνωσία προκειμένου να συνεργαστεί με το ΕΣΥ και, ναι, να αγοράζει υπηρεσίες από τα δημόσια νοσοκομεία. Επίσης, αναφορικά με την πρόληψη και την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, οι ασφαλιστικές εταιρείες έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν εξαιρετικά καινοτόμες υπηρεσίες και να διαχειριστούν καλύτερα και χρόνια νοσήματα, όπως οι ασθένειες και ο καρκίνος».
«Αμετανόητο υπέρμαχο του ασφαλιστικού Πινοσέτ» χαρακτήρισε τον κ. Μητσοτάκη η υπουργός Εργασίας Εφη Αχτσιόγλου, κατηγορώντας τον για «σχέδιο διάλυσης και ιδιωτικοποίησης του δημόσιου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης».
Τον κατηγόρησε ακόμα ότι «ως γνήσιος πλασιέ ιδιωτικών συμφερόντων, συκοφάντησε τη δημόσια κοινωνική ασφάλιση», καθώς και ότι «το σχέδιό του για ιδιωτικοποίηση της επικουρικής ασφάλισης επιβαρύνει με 55 δισ. ευρώ τον κρατικό προϋπολογισμό και απειλεί ευθέως τις εισφορές και τις συντάξεις, τόσο των νυν συνταξιούχων όσο και των σημερινών και των νέων ασφαλισμένων. Εκτός εάν προτίθεται ο κ. Μητσοτάκης το κόστος αυτό να το καλύψει μέσω μιας οριζόντιας περικοπής των συντάξεων».
