Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ολοένα και περισσότεροι παράγοντες σε Βρυξέλλες και Αθήνα έχουν εκνευριστεί με τη σκληρή στάση που κρατά το Βερολίνο στο ελληνικό ζήτημα.

Η πλευρά Σόιμπλε ύψωσε χθες νέα εμπόδια στην πρόθεση των περισσότερων μελών του EuroWorking Group (EWG) να «ξεπαγώσουν» τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, με αποτέλεσμα αρκετοί πλέον να αναζητούν την αιτία εκτός των ελληνικών συνόρων.

Δεν είναι δηλαδή λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι πίσω από την εμμονή του Γερμανού υπουργού Οικονομικών κρύβεται στην πραγματικότητα ένα έντονο παρασκήνιο μεταξύ Βερολίνου και ΔΝΤ για το μέλλον της ελληνικής και της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Το τι έχει συμβεί σε επίπεδο EWG τις τελευταίες ώρες και ημέρες αναδεικνύει τον ευκαιριακό χαρακτήρα της τακτικής Σόιμπλε. Την Τρίτη το βράδυ τα στελέχη του EWG συμφώνησαν ότι οι παροχές Τσίπρα σε χαμηλοσυνταξιούχους δεν δημιουργούν ουσιαστικό πρόβλημα στα δημοσιονομικά της Ελλάδας.

Ζητούν δεσμεύσεις

Ωστόσο, οι εκπρόσωποι του γερμανικού και του αυστριακού υπουργείου Οικονομικών ζήτησαν μετ’ επιτάσεως να δεσμευθεί η ελληνική κυβέρνηση με επιστολή του Ευκλείδη Τσακαλώτου ότι το βοήθημα είναι εφάπαξ, παρά τις επανειλημμένες ρητές δημόσιες δηλώσεις του πρωθυπουργού και του υπουργού Οικονομικών.

Μια και κοινό συμπέρασμα δεν μπορούσε να εξαχθεί, ο επικεφαλής του EWG, Τόμας Βίζερ, πρότεινε μια συνήθη διαδικασία: έθεσε ένα όριο 15 ωρών, κατά τη διάρκεια του οποίου αν κάποιος εκ των συμμετεχόντων δεν προέβαλε αντίρρηση στο προσχέδιο της συμφωνίας, τότε αυτομάτως θα έβγαινε η απόφαση για «ξεπάγωμα» των βραχυπρόθεσμων μέτρων.

Η χθεσινή ημέρα ξεκίνησε ομαλά και η ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων ανάμεσα στα μέλη του EWG για να μείνουν όλοι ικανοποιημένοι από τις διαβεβαιώσεις της Αθήνας ήταν έντονη. Αυτά μέχρι το μεσημέρι, οπότε το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών αποφάσισε να «τορπιλίσει» ακόμα μία φορά τις διαδικασίες, αξιώνοντας εκ νέου να συνδεθεί το «ξεπάγωμα» των βραχυπρόθεσμων με την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης.

Υστερα από τη νέα παρέμβαση Σόιμπλε, η φημολογία έγινε ιδιαίτερα έντονη και από το σενάριο για διεξαγωγή νέας τηλεδιάσκεψης του EWG φτάσαμε στο να διακινούνται φήμες περί έκτακτης σύγκλησης του Γιούρογκρουπ.

Ολα αυτά βέβαια διαψεύστηκαν από τις Βρυξέλλες και τους αρμόδιους αξιωματούχους, ενώ πηγές από την Αθήνα ανέφεραν ότι η λύση που θα προκύψει θα φέρει «ξεκλείδωμα» των βραχυπρόθεσμων μέτρων, τα οποία τελικά δεν θα συνδεθούν με την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης.

Οι αντιδράσεις μπροστά στους τακτικισμούς Σόιμπλε δεν έμειναν όμως μόνο στο επίπεδο των διαρροών, καθώς ο Γάλλος πρωθυπουργός, Μπερνάρ Κουζνέβ, δήλωσε σε βουλευτές του πως οι παροχές Τσίπρα «δεν θέτουν σε καμία περίπτωση υπό αμφισβήτηση τους στόχους που η Ελλάδα πρέπει να επιτύχει δεδομένων των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει ενώπιον της Ευρωπαϊκής Ενωσης».

Δεσμεύθηκε δε πως η Γαλλία θα «ενεργήσει στους κόλπους της Ε.Ε. ώστε οι χώρες-μέλη να έχουν ισορροπημένες και δίκαιες θέσεις και η Ελλάδα να υποστηριχθεί από την Ε.Ε.».

Τι κρύβεται όμως πίσω από την εμμονή του Βερολίνου; Στελέχη στην Αθήνα θεωρούν ότι οι στόχοι είναι πολιτικοί και ενδογερμανικοί. Παράλληλα, στελέχη στις Βρυξέλλες εκτιμούν ότι η αξίωση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να συνδεθούν τα βραχυπρόθεσμα μέτρα με τη δεύτερη αξιολόγηση (παρά τη ρητή, αντίθετη απόφαση του Γιούρογκρουπ της 5ης Δεκεμβρίου) οφείλεται στην καθυστέρηση του ΔΝΤ να ξεκαθαρίσει τι θα πράξει με το ελληνικό πρόγραμμα.

Βάσει αυτού του σκεπτικού, το Βερολίνο θεωρεί πως η ενεργοποίηση των μέτρων σε συνδυασμό με μια δυσοίωνη έκθεση από το Ταμείο θα μπορούσε να δημιουργήσει ανησυχία στις αγορές και να πληγεί η οικονομική και πολιτική ισχύς της γερμανικής κυβέρνησης.

Σε αυτό το σκηνικό εχισχύεται η άποψη πως η μόνη θέση στο ελληνικό πρόγραμμα, που αρμόζει στο ΔΝΤ, είναι αυτή του τεχνικού συμβούλου. Αυτή η άποψη κορυφαίου στελέχους του οικονομικού επιτελείου στην Αθήνα εκφράστηκε και από τον Παναγιώτη Ρουμελιώτη, πρόεδρο της Attica Bank.

Με αυτόν τον τρόπο θα απεμπλακεί η δύσκολη κατάσταση στις διαπραγματεύσεις, θα κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση μέχρι τις 26 Ιανουαρίου, κάτι που επιθυμούν και οι Βρυξέλλες, ενώ θα δημιουργηθεί «καθαρό έδαφος» ώστε η ελληνική οικονομία να ενταχθεί τάχιστα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.