Δεν ήταν ο πικραμένος υπουργός που έχασε τη θέση του. Ηταν ο πικραμένος πολιτικός που με αφορμή την απομάκρυνσή του μίλησε ανοιχτά και σκληρά για όλους όσοι εμπλέκονται θεσμικά ή εξωθεσμικά στη διακυβέρνηση της χώρας.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ο Νίκος Φίλης, χθες, πήρε σαφείς πολιτικές αποστάσεις από την κυβερνητική πολιτική, ενώ ο λόγος του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και μανιφέστο της πολιτικής του απομάκρυνσης από την κυβέρνηση.
Μένει να φανεί πόσο μακριά θα φτάσει, αν και οι συνεργάτες του σπεύδουν να επισημάνουν ότι «είναι ο τελευταίος που θα κλείσει την πόρτα του ΣΥΡΙΖΑ και το έχει αποδείξει».
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, αναφέρονται σε σχέδια για «πολιτικές πρωτοβουλίες» με στόχο να ξαναβρεί ο ΣΥΡΙΖΑ το νήμα που θα τον καταστήσει και πάλι πόλο ισχυρό όχι μόνο της Αριστεράς αλλά και όλων των δημοκρατικών πολιτών, ανεξάρτητα από τη σημερινή πολιτική τους ένταξη, καθώς και του κόσμου που έχει απομακρυνθεί αηδιασμένος από την πολιτική και κατατάσσεται σ’ αυτό που οι δημοσκοπήσεις ονομάζουν «λευκό», «άκυρο», «αποχή», «δεν ξέρω/δεν απαντώ», «κανέναν από τους δύο» κ.ο.κ.
Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί να κριθεί κοινότοπος ο τίτλος της ομιλίας του κ. Φίλη: «Τίποτα δεν τελείωσε, αντίθετα, τώρα αρχίζουν όλα».
«Πολιτική τοποθέτηση δημοκρατικών αρχών» χαρακτήρισε ο ίδιος ο Νίκος Φίλης την ομιλία του κατά την τελετή παράδοσης και παραλαβής του χαρτοφυλακίου του υπουργείου Παιδείας από τον Κώστα Γαβρόγλου.
Ηταν πολύ περισσότερα. Ηταν ένας βαθιά πολιτικός λόγος, αναπάντεχος για κυβερνητικό στέλεχος, αντισυμβατικός για τα υπουργικά πρότυπα και τόσο τολμηρός για τα πολιτικά δεδομένα που σίγουρα θα περάσει καιρός για να ξεχαστεί.
Η πολυσυζητημένη απομάκρυνσή του πολύ γρήγορα επισκιάστηκε από την απάντηση που έδωσε ο ίδιος, χθες, προς όλους τους εμπλεκόμενους. Εκτός από τους βαρείς χαρακτηρισμούς για τον αρχιεπίσκοπο, τον πρωθυπουργό και τη Ν.Δ., ο πρώην υπουργός έκανε σκληρή κριτική στον ρόλο της Εκκλησίας και πολύ περισσότερο στις κυβερνητικές πρακτικές.
Για τον πρωθυπουργό:
■ Αιφνιδίως το «Αριστα 20» μετατράπηκε σε μόλις ενάμιση μήνα σε «μη προβιβάσιμο βαθμό». Και επειδή, εδώ είναι υπουργείο Παιδείας και αυτά τα θέματα μας απασχολούν, συνηθίζεται σε τέτοιες πολύ σπάνιες περιπτώσεις να ερευνούμε προσεκτικά ποιος κάνει λάθος, ο «γαλαντόμος καθηγητής» που χωρίς εξηγήσεις ακυρώνει μια τόσο υψηλή βαθμολογία ή ο μέχρι χθες άριστος μαθητής που ξαφνικά βρίσκεται ενώπιον μιας τόσο δραματικής αντιστροφής των επιδόσεών του;
Και βέβαια όσο αυτά δεν εξηγούνται πειστικά, η πρόταση για …«αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος» δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ακόμη κι αν το… νέο σχολείο που προτείνεται τυχαίνει να είναι κοτζάμ Υπουργείο.
Για την κυβέρνηση:
■ Η απομάκρυνσή μου από το υπουργείο Παιδείας, Ερευνας και Θρησκευμάτων (άραγε πόσο ακόμη θα κρατήσει αυτός ο αναχρονισμός να συνυπάρχουν αφενός η εκπαίδευση και η έρευνα και αφετέρου οι εκκλησιαστικές υποθέσεις στο ίδιο υπουργείο;), η απομάκρυνσή μου λοιπόν, είμαι πλέον βέβαιος ότι εγγράφει με τον πιο σαφή τρόπο ως κεντρικό στόχο για το σύνολο των δημοκρατικών δυνάμεων στην επερχόμενη συνταγματική αναθεώρηση να προτείνουν τον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων Κράτους- Εκκλησίας στην κατεύθυνση του διαχωρισμού ρόλου και αρμοδιοτήτων.[…]
Στην επίτευξη αυτού του στόχου θα αφιερώσω μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς μου ως βουλευτής την επόμενη περίοδο. Με τη συνείδηση ότι η έξοδος της χώρας από τη βαθιά ηθικοπολιτική και οικονομική κρίση δεν μπορεί να γίνει με την επιστροφή σε κατεστημένα συμφέροντα, σε χρεοκοπημένα δόγματα και σε αναχρονιστικά στερεότυπα.
Με την πεποίθηση ότι για τη σημερινή κρίση ουδείς είναι αναμάρτητος, ούτε ο παλαιοκομματισμός ούτε οι λαίμαργες οικονομικές ελίτ και τα συμφέροντα της πολυπλόκαμης διαπλοκής, ούτε βέβαια οι εκκλησιαστικές εξουσίες.
Γι’ αυτό η συζήτηση για τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας διαπερνά το σύνολο της προσπάθειας για εθνική αναγέννηση μέσα σε μια νέα Ευρώπη της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης.
Γιατί η ουσιαστική επανένταξη της χώρας στην Ευρώπη δεν μπορεί να επιτευχθεί υιοθετώντας νεοφιλελεύθερες πολιτικές σκληρής λιτότητας και προσκυνώντας ταυτόχρονα εγχώριες σκοταδιστικές εξουσίες. Κι αν για το πρώτο υπάρχουν δικαιολογίες τι να υποθέσουμε για το δεύτερο;
Για τον Ιερώνυμο:
■ Την εβδομάδα που μας πέρασε και παρά τη βεβαιωθείσα προ ολίγου καιρού «άρση των παρεξηγήσεων» διά στόματος του ίδιου του αρχιεπισκόπου μετά τη σύσκεψη υπό τον πρωθυπουργό στο μέγαρο Μαξίμου, οργανώθηκε και εκτελέστηκε ένα συμβόλαιο πολιτικού θανάτου σε βάρος μου στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ με τη γνωστή σε όλους συνέντευξη του κυρίου Ιερώνυμου στον δημοσιογράφο Αλέξη Παπαχελά.
Εκεί ζητήθηκε από τον πρωθυπουργό της χώρας εν όψει του ανασχηματισμού η καθαίρεση του «προβληματικού» υπουργού Παιδείας.
Στη συνέχεια της εκπομπής, μάλιστα, με την αναφορά σε πλευρές της συζήτησης στο πρωθυπουργικό γραφείο, εκτοξεύτηκε η από κάθε άποψη «προβληματική» απειλή περί προθύμων πολιτικών παραγόντων να ρίξουν την εκλεγμένη κυβέρνηση αρκεί να το ζητήσει η Εκκλησία.
Αυτά μαζί με άλλα εξίσου ανατριχιαστικά για τη δημοκρατική και συνταγματική τάξη. Θυμίζω: Την όψιμη αντίθεση του κ. Ιερώνυμου στην ίδρυση τεμένους παρά τη συγκατάθεση του προκατόχου του Χριστόδουλου.
Την υιοθέτηση της ακροδεξιάς ρητορικής ότι οι πρόσφυγες απειλούν με αφελληνισμό και μουσουλμανοποίηση τη χώρα. Τη διαστροφή της χριστιανικής φιλανθρωπίας με την προσχώρηση στο αντιχριστιανικό δόγμα ότι η εκκλησία μοιράζει ψωμί μόνο στους Ελληνες, την πλήρη κάλυψη των ακροδεξιών ρασοφόρων.
■ Είναι κρίμα οι εκκρεμότητες στις σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας να αντιμετωπίζονται με αφορισμούς και αναθέματα ή ακόμη χειρότερα με λογιστικούς υπολογισμούς για το «παγκάρι», τα οικόπεδα, τα στρέμματα και τα χρυσόβουλα.
Πρόκειται για αντιλήψεις και ιδιοτέλειες που λίγο πριν από την κρίση είχαν οδηγήσει στο σκάνδαλο του Βατοπεδίου. Είναι λογικό λοιπόν να μας διατρέχει ανατριχίλα όταν ακούμε από τα χείλη του κ. Ιερώνυμου τέτοιου είδους τοποθετήσεις την ώρα που ο λαός μας ταλαιπωρείται και υποφέρει.
Πρόκειται για εξουσιαστικές αντιλήψεις (αναγκάζομαι να το πω ανοιχτά) που μετατρέπουν τον «Οίκο του Πατρός σε Οίκο Εμπορίου».
Ο νέος υπουργός
«Ο Νίκος Φίλης με έμαθε να ακούω αλλά και ποτέ να μην υπακούω». Με αυτή τη φράση έκλεισε την ομιλία του ο νέος υπουργός Παιδείας Κώστας Γαβρόγλου δίνοντας έτσι το στίγμα και της δικής του στάσης η οποία αντικατοπτρίζει τη συνέχιση της ίδιας πολιτικής, αφού πρόκειται για άνθρωπο που συνεργάστηκε στενά με τον απερχόμενο υπουργό.
Οσο για το επίμαχο ζήτημα των Θρησκευτικών, θύμισε πού βρίσκεται το θέμα: στις δηλώσεις κυβέρνησης – Ιερώνυμου μετά τη συνάντηση στο πρωθυπουργικό γραφείο. Οπως είπε:
«Να προχωρήσουμε, να σχεδιάσουμε τα βιβλία στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, να αξιολογήσουμε πώς πήγαν τα πράγματα φέτος, να γίνουν καταρτίσεις των θεολόγων και να πάμε μπροστά. Δεν μας βοηθάει ούτε στο ευρωπαϊκά πλαίσιο ούτε στο δικό μας πλαίσιο ένα ζήτημα μισαλλοδοξίας που πρέπει να σας το τονίσω δεν ήταν ευθύνη του υπουργού Παιδείας».
