Ο πρωθυπουργός επανέλαβε την περασμένη Πέμπτη την πρότασή του για εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό (συνέντευξη στον Αλέξη Παπαχελά, ΣΚΑΪ, 14.7.2016). Το θέμα αυτό, το οποίο αφορά τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, φαίνεται να προκαλεί αμηχανία στον πολιτικό κόσμο και να διχάζει ακόμα και το κυβερνών κόμμα.
Δεν είναι βέβαια πρώτη φορά που διατυπώνεται παρόμοια πρόταση. Το ζήτημα είχε τεθεί και πριν από την αναθεώρηση του 2001. Μάλιστα, ο Σάκης Πεπονής είχε εισηγηθεί από το 1997 την προσφυγή στον λαό για την εκλογή του Προέδρου ως την καταλληλότερη λύση στις περιπτώσεις που δεν επιτυγχάνεται η πλειοψηφία των 180 βουλευτών που απαιτεί σήμερα το Σύνταγμα. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα αποφεύγαμε την αναγκαστική υποβάθμιση του θεσμού, που προκαλείται από τις κομματικές σκοπιμότητες.
Δεν θα ήταν δηλαδή δυνατή η προσχηματική διάλυση της Βουλής όταν δεν συγκεντρώνεται ο απαιτούμενος αριθμός της «προεδρικής πλειοψηφίας».
Τις σκέψεις αυτές είχαν συμμεριστεί και συνταγματολόγοι, όπως ο καθηγητής Γιώργος Σωτηρέλης, ο οποίος είχε προσθέσει ότι «στο στάδιο της απευθείας εκλογής από τον λαό επιβάλλεται να μπορούν να συμμετάσχουν και άλλοι υποψήφιοι, με την προϋπόθεση της πρότασής τους από μεγάλο αριθμό πολιτών (π.χ. το 3% του εκλογικού σώματος), ώστε να απεμπλακεί η προεδρική εκλογή από τις ασφυκτικές προδιαγραφές -και σκοπιμότητες- των κομμάτων» (Ιός, «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 11.1.1998).
Αυτή η πρόταση για εκλογή Προέδρου από τον λαό δεν οδηγεί υποχρεωτικά -σύμφωνα με τους υποστηρικτές της- σε αλλοίωση του χαρακτήρα του πολιτεύματος, από «προεδρευόμενη» σε «προεδρική» δημοκρατία, αν δεν συνοδεύεται παρά μόνο από «λελογισμένη» διεύρυνση των προεδρικών αρμοδιοτήτων. Είναι εξάλλου γνωστό ότι και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες εκλέγεται ο Πρόεδρος με καθολική ψηφοφορία (λ.χ. Αυστρία ή Φινλανδία), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποκτά τις εξουσίες που διαθέτει στις αμιγείς προεδρικές δημοκρατίες (με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Γαλλία).
Αλλά η συζήτηση αυτή δεν είναι ακαδημαϊκή. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς θα λειτουργήσει στη σημερινή πολιτική πραγματικότητα της χώρας μια τέτοια αλλαγή. Ανεξάρτητα από το πρόσωπο που θα κληθεί να υπηρετήσει αυτόν τον νέο θεσμό, η ανάδειξη του Προέδρου με καθολική ψηφοφορία ενδέχεται να προκαλέσει τα αντίθετα αποτελέσματα από εκείνα που προβάλλουν οι εισηγητές της αλλαγής.
Οχι μόνο δεν θα συμβάλει στην ενίσχυση της δημοκρατικής λειτουργίας των θεσμών, αλλά θα επιτείνει την υπερσυγκέντρωση της εκτελεστικής εξουσίας και θα απομακρύνει ακόμα περισσότερο τη λήψη των κεντρικών αποφάσεων από τα ενδιάμεσα όργανα που διατηρούν μια στενότερη σχέση με τον λαό.
Εξηγούμαι. Το δημοκρατικό έλλειμμα που διαπιστώνουμε στον τρόπο διακυβέρνησης δεν οφείλεται στην έλλειψη πολιτικών προσώπων με ισχύ αντλημένη απευθείας από τον λαό, αλλά στην υποβάθμιση των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αυτός που έχει υποστεί τη μεγαλύτερη φθορά τα τελευταία χρόνια είναι το κομματικό σύστημα και κατ’ επέκταση η Βουλή.
Το πολιτικό σύστημα
Θα περίμενε κανείς από την κυβέρνηση της Αριστεράς να στραφεί προς αυτή την κατεύθυνση, σύμφωνα με όσα επιτάσσει ήδη το Σύνταγμα, το οποίο θεωρεί ότι «η οργάνωση και η δράση των πολιτικών κομμάτων οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος» (άρθρο 29.1). Η αφαίρεση του δικαιώματος εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από τη Βουλή θα είναι ακόμα ένα πλήγμα στην κομματική διάρθρωση του πολιτικού συστήματος.
Αλλά υπάρχει και κάτι ουσιαστικότερο. Από μόνη της, η «εκλογή από τον λαό» δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε «δημοκρατικότερη» από την «εκλογή μέσω των αντιπροσώπων του λαού», ούτε πολύ περισσότερο βήμα προς την άμεση δημοκρατία. Διαθέτουμε ένα σχετικό παράδειγμα από τον εσωτερικό τρόπο λειτουργίας των ίδιων των κομμάτων.
Εκλογή προέδρων απευθείας από τον λαό «τους» έχουν εφαρμόσει ήδη το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία, χωρίς να μπορούν να ισχυριστούν ότι μ’ αυτόν τον τρόπο ενίσχυσαν την εσωκομματική τους δημοκρατία. Ισχύει το αντίθετο. Η εκλογή αυτή ουσιαστικά καταργεί το κόμμα, διότι αναδεικνύει τον αρχηγό υπεράνω της οργανωμένης βάσης και τον καθιστά απόλυτο κυρίαρχο και ανεξέλεγκτο.
Ασφαλώς δεν θα ήθελαν όσοι επιλέγουν για τους αρχηγούς του κόμματός τους την «απευθείας» εκλογή, προβάλλοντάς την μάλιστα ως εξόχως δημοκρατική μέθοδο, να τους θυμίσει κανείς το γεγονός ότι ο πρώτος που επέλεξε για το κόμμα του αυτή τη μέθοδο ήταν ο… Αδόλφος Χίτλερ, επειδή θεωρούσε ότι πρόκειται για το απαύγασμα του αντικοινοβουλευτισμού.
Μιλώντας για τις αρχές του ναζιστικού κόμματος, ο Χίτλερ εξηγεί: «Το νέο κίνημα είναι στην ουσία του και στην οργάνωσή του βασικά και αμετάκλητα αντικοινοβουλευτικό, δηλαδή απαρνείται γενικά την αρχή της κυριαρχίας της πλειοψηφίας, βάσει της οποίας ο πρόεδρος της κυβέρνησης έχει ξεπέσει στο επίπεδο του απλού εκτελεστή της θέλησης των άλλων.
Το κίνημα υιοθετεί την αρχή ότι είτε στα μεγάλα είτε στα μικρά προβλήματα που θα ανακύψουν, ο Αρχηγός κατέχει αναμφισβήτητη κι απόλυτη δικαιοδοσία. Τα πρακτικά αποτελέσματα αυτής της αρχής είναι τ’ ακόλουθα για το κίνημά μας. Καμιά εντολή δεν υπόκειται σε ψηφοφορία. Μόνον ο Αρχηγός του κόμματος εκλέγεται, ανάλογα με τους κανόνες του καταστατικού, από το σύνολο των μελών. Αλλά είναι απόλυτος άρχων. Ολες οι εντολές είναι κάτω από την δικαιοδοσία του. Δεν εξαρτάται από κανέναν» («Ο Αγών μου», μτφρ. Δ. Κωστελένος, τ. Α’, Αθήνα 1961, σ. 334).
Φυσικά, κανένα ελληνικό κόμμα εκτός από τη Χρυσή Αυγή δεν θα ήθελε να ακολουθήσει αυτή τη λογική. Αλλωστε όταν για πρώτη φορά εφαρμόστηκε «η εκλογή του αρχηγού από τον λαό», στο ΠΑΣΟΚ το 2004, προκειμένου να επισφραγιστεί η διαδοχή Σημίτη από τον Γιώργο Παπανδρέου, ο σκοπός ήταν περισσότερο επικοινωνιακός. Και οργανώθηκε μια εκλογική παρωδία, χωρίς δεύτερο υποψήφιο, όπου το βάρος δόθηκε στον αριθμό των εκλογέων.
Η εκλογή Μητσοτάκη
Ακολούθησε η Νέα Δημοκρατία με την εκλογή του Αντώνη Σαμαρά τον Νοέμβριο του 2009, όταν η Ντόρα Μπακογιάννη είδε τον παλιό της συνεργάτη Δημήτρη Αβραμόπουλο να συντάσσεται με τον ανθυποψήφιό της.
Η πιο πρόσφατη εφαρμογή της εκλογικής αυτής διαδικασίας συνέβη και πάλι στη Νέα Δημοκρατία. Και βέβαια το πρώτο πράγμα που έκανε μόλις εκλέχτηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν η διάλυση της Νεολαίας του κόμματος, εφόσον δεν συμφωνούσε με τις απόψεις του νέου προέδρου. Ακόμα και ο γρίφος του χώρου της Κεντροαριστεράς θα λυθεί, σύμφωνα με την πρόταση της Φώφης Γεννηματά, με προσφυγή σε εκλογή από τον λαό και υποψήφιους τους αρχηγούς των διαφόρων ρευμάτων του χώρου.
Μπορεί να μην έχουν διαβάσει το αυτοβιογραφικό πόνημα του Χίτλερ, αλλά δεν είναι δυνατόν όλοι αυτοί οι πολιτικοί ηγέτες να μην κατανοούν ότι μια παρόμοια εκλογική διαδικασία στην ουσία καταργεί το κόμμα και αφαιρεί κάθε πραγματική εξουσία από τα όργανά του. Ωστόσο επιμένουν σ’ αυτήν, γιατί στην πραγματικότητα εκφράζει το αρχηγικό μοντέλο που έχουν στο μυαλό τους και την απόλυτη υποτίμησή τους για το ίδιο τους το κόμμα.
Μάλιστα έχουν φροντίσει να το ενσωματώσουν και στα καταστατικά τους. Η Νέα Δημοκρατία είναι απόλυτη: «Ο πρόεδρος του κόμματος εκλέγεται με άμεση καθολική και μυστική ψηφοφορία των μελών του κόμματος που έχουν εγγραφεί στο Εθνικό Μητρώο Μελών το αργότερο 15 ημέρες πριν την ημερομηνία διεξαγωγής της εκλογής» (άρθρο 17).
Το ΠΑΣΟΚ αφήνει τα πράγματα πιο θολά: «Ο Πρόεδρος εκλέγεται άμεσα από τα μέλη και τους φίλους του κινήματος κάθε τέσσερα χρόνια. Η διαδικασία εκλογής ρυθμίζεται με Κανονισμό της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής» (άρθρο 41). Στον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει ακόμα μεγαλύτερη ασάφεια, προϊόν του υβριδικού χαρακτήρα του κόμματος από την περίοδο των συνιστωσών: «Το τακτικό συνέδριο αποφασίζει το αντιπροσωπευτικό σώμα που εκλέγει τον/την πρόεδρο του κόμματος» (άρθρο 14).
Στο ΚΚΕ δεν υπάρχει καμιά έκπληξη: «Η Κεντρική Επιτροπή εκλέγει τον Γενικό Γραμματέα» (άρθρο 15). Στο Ποτάμι δεν υπάρχει Πρόεδρος αλλά «Επικεφαλής», ο οποίος «εκλέγεται από το Συνέδριο, με απόλυτη πλειοψηφία επί των εγκύρων ψηφοδελτίων, κατόπιν μυστικής ψηφοφορίας» (άρθρο 5,1). Αλλά μην παρασυρθούμε και αμφισβητήσουμε τον αρχηγικό χαρακτήρα και του Ποταμιού. Είναι το μόνο κόμμα που στον ιστότοπό του υπάρχει «βιογραφικό» και όχι «ιστορικό», ενώ τα κεφάλαια του ιστοτόπου φέρουν τα ονόματα «Το Ποτάμι», «Βουλή», «Ευρωβουλή», «Επίκαιρα» και… «Ο Σταύρος».
Ισως πιο ειλικρινής από όλους είναι η Ενωση Κεντρώων, η οποία αναφέρει τα εξής στο ακροτελεύτιο άρθρο του καταστατικού της: «Πρώτος πρόεδρος της Ενωσης Κεντρώων εξελέγη ο κ. Βασίλης Λεβέντης, στις 2 Μάρτη 1992 και έκτοτε απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της μεγάλης πλειοψηφίας μελών και στελεχών καθώς και συνέδρων του κόμματος σε όλα τα συνέδρια που ακολούθησαν μέχρι σήμερα» (άρθρο 83).
Βεβαίως, άλλο πράγμα ο πρόεδρος ενός κόμματος και άλλο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Μόνο που τα επιχειρήματα για την εκλογή από τον λαό και στις δύο περιπτώσεις είναι πανομοιότυπα. Με βάση όλα αυτά, το κυβερνών κόμμα έχει την ευκαιρία να αναστρέψει αυτή την αντιδημοκρατική τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα στο κομματικό σύστημα.
Το επικείμενο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ θα κληθεί να αντιμετωπίσει αυτά τα ζητήματα. Και από τις αποφάσεις που θα ληφθούν θα εξαρτηθεί το αν θα ανακτήσει πολιτική ισχύ η βάση τού ενός τουλάχιστον από τα μεγάλα κόμματα της χώρας.
