Σε ολοκληρωτικό πόλεμο μετατρέπεται πλέον η αντιπαράθεση κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης, γεγονός που επιβεβαιώθηκε, χθες, με την ομιλία του Κ. Μητσοτάκη στην Κ.Ο. του κόμματός του.
Στον πόλεμο αυτό, στόχος της κυβέρνησης είναι να αποκτήσει την πρωτοβουλία στις πολιτικές εξελίξεις και να ξεφύγει από τη δύσκολη θέση στην οποία έχει περιέλθει, καθώς η εφαρμογή των σκληρών μέτρα του τρίτου μνημονίου προκαλεί έντονη δυσαρέσκεια και αντιδράσεις σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα.
Στο απέναντι στρατόπεδο, η Ν.Δ.- έχοντας τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων με το μέρος της- και με δεδομένη τη δύσκολη θέση της κυβέρνησης, επιδίδεται σε έναν ασταμάτητο πόλεμο φθοράς του αντιπάλου της, χωρίς όμως να είναι σε θέση να τον αντιμετωπίσει με κάποιο άλλο εναλλακτικό πρόγραμμα για τη χώρα.
Τέτοιο δεν υπάρχει, αφού είναι δεδομένο το πλαίσιο των μνημονίων, το οποίο η αξιωματική αντιπολίτευση υπηρέτησε ως κυβέρνηση και δεν το αμφισβητεί.
Είναι γεγονός πως ούτε για την κυβέρνηση ούτε για την αξιωματική αντιπολίτευση αποτελεί προνομιακό πεδίο αντιπαράθεσης η εφαρμοζόμενη οικονομική και κοινωνική πολιτική, καθώς είναι εντελώς ανελαστική, υπαγορεύεται από τους δανειστές και δεν επηρεάζεται καθόλου από καλές προθέσεις και εγχώρια πολιτικά προγράμματα.
Γι’ αυτό και τα πυρά που ανταλλάσσονται είτε αφορούν το παρελθόν -τι έκανε και τι έλεγε ο ένας κι ο άλλος- είτε εξαντλούνται σε εκτιμήσεις για το ποιος μπορεί να κάνει περισσότερο υποφερτή μια, κατά κοινή ομολογία, ούτως ή άλλως τραγική κατάσταση.
Η ατζέντα της αντιπαράθεσης των τελευταίων ημερών αφορά τον διαγωνισμό για την αδειοδότηση των τηλεοπτικών καναλιών, το εκλογικό σύστημα που εισηγείται η κυβέρνηση, το περιβόητο «Plan X» των Βαρουφάκη-Γκάλμπρεϊθ και το αίτημα της αξιωματικής αντιπολίτευσης για σύσταση εξεταστικής επιτροπής αναφορικά με τα capital controls, καθώς και τα παρατράγουδα του σκανδάλου της Ζίμενς που κινδυνεύει με παραγραφή.
Η αξιωματική αντιπολίτευση προσπαθεί να καλλιεργήσει στην κοινή γνώμη -και κυρίως στα συντηρητικά στρώματα στα οποία απευθύνεται- ότι η κυβέρνηση επιδιώκει να μετατραπεί σε καθεστώς υπονομεύοντας τη δημοκρατία.
Στο πλαίσιο αυτό αξιοποιεί οποιοδήποτε αντι-αριστερό σύνδρομο θεωρεί πρόσφορο, με κλασικό το ρετρό περί Βόρειας Κορέας. Στη θεωρία περί οικοδόμησης κυβερνητικού καθεστώτος εντάσσει και τον διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες, σε μια προσπάθεια να πείσει πως γίνεται επειδή η κυβέρνηση επιδιώκει να χειραγωγήσει και να ελέγξει για λογαριασμό της την ενημέρωση.
Γι’ αυτό δεν διστάζει να υπερασπιστεί εμμέσως -ενίοτε και άμεσα- το σημερινό χρεοκοπημένο και αμαρτωλό τηλεοπτικό σύστημα, το οποίο, εφόσον υπάρχει, το θέλει με το μέρος της.
Αντίθετα, ο διαγωνισμός αυτός, όπως και όσα διαδραματίζονται στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής για τη δανειοδότηση κομμάτων και ΜΜΕ θεωρούνται από την κυβέρνηση χρυσή ευκαιρία για να αποδείξει την πρόθεσή της -η οποία υπήρξε και σύνθημά της στις εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου- να βάλει τέλος στην ασυδοσία, την ανομία και τη διαπλοκή του παρελθόντος.
Ο εκλογικός νόμος
Για το θέμα του εκλογικού νόμου η Ν.Δ. εκτιμά ότι αυτός κατατέθηκε επειδή η κυβέρνηση είναι υπό κατάρρευση και έχει αποδεχτεί την ήττα της.
Ταυτόχρονα όμως διαβλέπει μια προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να παραμείνει ρυθμιστής των πολιτικών εξελίξεων και -λόγω καθεστωτικής λογικής- να μείνει γαντζωμένος στην εξουσία, καθώς ο προτεινόμενος εκλογικός νόμος, κατά την αξιωματική αντιπολίτευση, οδηγεί σε ακυβερνησία.
Αρα συνιστά αντιδημοκρατικό βήμα. Αντίθετα, για την κυβέρνηση το νομοσχέδιο αυτό θεωρείται απαραίτητο βήμα δημοκρατίας, καθώς αποκαθιστά την ισότητα της ψήφου των πολιτών. Αξιοποιείται, δε, ως επιβεβαίωση ότι εκεί όπου η κυβέρνηση δύναται τηρεί τις υποσχέσεις της και τις πάγιες θέσεις στις οποίες έχει δεσμευτεί.
Στο ζήτημα του σκανδάλου της Ζίμενς οι τόνοι από τη Ν.Δ. ήταν χαμηλοί. Επίσημη ανακοίνωση δεν εκδόθηκε. Υπήρξαν όμως τροχιοδεικτικές βολές που μετέθεταν την ευθύνη για την επ’ αόριστον αναβολή της δίκης στο κυβερνητικό στρατόπεδο.
Οταν ξεκαθαρίσει πλήρως το τοπίο με τις δικαστικές έρευνες που έχουν διαταχθεί, είναι βέβαιο πως θα αξιολογηθεί εκ νέου η πολιτική αξιοποίηση του θέματος.
Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο η κυβέρνηση έριξε όλο της το βάρος ώστε να αποδοθούν ευθύνες, να διεξαχθεί η δίκη και να μην υπάρξουν παραγραφές, καθώς θα ήταν αυτογκόλ να χρεωθεί την παραγραφή ενός σκανδάλου στο οποίο φέρονται εμπλεκόμενοι οι πολιτικοί αντίπαλοί της.
Ο πόλεμος των δύο στρατοπέδων θα συνεχιστεί αμείωτος όλο το επόμενο διάστημα. Οι μεγάλες μάχες αναμένονται στις 19 και 20 του μηνός, κατά τη συζήτηση στη Βουλή του εκλογικού νόμου, και στις 26, κατά τη συζήτηση της πρότασης της Ν.Δ. για σύσταση εξεταστικής αναφορικά με τα capital controls.
Επίσης, σκληρότατη αναμένεται η αντιπαράθεση από τις 24 Ιουλίου και μετά, όταν ο πρωθυπουργός θα ανακοινώσει τις κυβερνητικές προτάσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση. Εννοείται πως δίπλα σ’ αυτά, η κάθε πλευρά θα εκμεταλλευτεί δεόντως στην αντιπαράθεση όποια ευκαιρία της δοθεί για να επιφέρει πλήγματα στον αντίπαλό της.
