Με γρήγορους ρυθμούς προχωρούν στο εσωτερικό της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ οι επεξεργασίες για την κατάρτιση των θέσεων που θα παρουσιάσει ο Αλέξης Τσίπρας στις 24 Ιουλίου σχετικά με τη συνταγματική αναθεώρηση.
Η διαδικασία που έχει αποφασιστεί από τα ανώτατα κυβερνητικά και κομματικά κλιμάκια περιλαμβάνει αφενός το «ξεσκόνισμα» του πορίσματος του 2013, που είχε συγγράψει η «επιτροπή σοφών» του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τις αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, και αφετέρου την επικαιροποίησή του βάσει των νέων δεδομένων.
Ο Γιώργος Κατρούγκαλος είναι εκείνος, άλλωστε, που έχει πάρει «επ’ ώμου» τον σχηματισμό μιας νέας επιτροπής συνταγματολόγων, που θα εξετάσουν τις νέες προτάσεις, δεδομένης και της ραγδαίας αλλαγής των πολιτικών συνθηκών τα τελευταία τρία χρόνια.
Η κυβέρνηση εμφανίζεται πρόθυμη να συζητήσει όλα τα θέματα περί τη συνταγματική αναθεώρηση, ακόμα και να εισέλθει σε συζητήσεις για ζητήματα που θεωρούνταν μέχρι πρότινος «ταμπού». Αναγκαία συνθήκη για να γίνει κάτι τέτοιο, βέβαια, είναι να «προκληθεί» από τα κόμματα της αντιπολίτευσης ή άλλους παράγοντες εντός και εκτός Ελλάδας.
Υπό αυτήν την έννοια εξετάζεται και ο βαθμός και ο τρόπος γνωμοδότησης κατευθείαν από τον ελληνικό λαό, αν και το ενδεχόμενο διεξαγωγής κάποιου δημοψηφίσματος προσκρούει σε ισχύουσες συνταγματικές διατάξεις.
Από το Μαξίμου πάντως έχει δοθεί η κατεύθυνση η συνταγματική αναθεώρηση να ακουμπήσει όλα τα ζητήματα που αφορούν την αντίληψη της Αριστεράς για το πολιτικό σύστημα και τη διάρθρωση του κράτους και της Πολιτείας.
Υπάρχουν, για παράδειγμα, ήδη εισηγήσεις για να ανοίξει με «τολμηρό τρόπο» το ζήτημα των περιπεπλεγμένων αρμοδιοτήτων Κράτους και Εκκλησίας, αλλά και να εξεταστεί η συνταγματική διασφάλιση της προστασίας δημόσιων αγαθών από την ιδιωτικοποίησή τους.
Είναι προφανές ότι τα δύο αυτά θέματα θα εγείρουν αντιδράσεις στο συντηρητικό στρατόπεδο για διαφορετικούς λόγους, εξ ου και η κυβέρνηση ήδη ετοιμάζει την επιχειρηματολογία της: Στο πεδίο των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας κυβερνητικοί παράγοντες θεωρούν ότι είναι ώριμες οι συνθήκες για τον εκσυγχρονισμό και την αποσαφήνιση των σχέσεων των δύο δομών, καθώς έχουν ήδη σχηματιστεί κοινές επιτροπές διαλόγου από το υπουργείο Παιδείας και την Εκκλησία.
Οσον αφορά την προστασία δημόσιων αγαθών, το παράδειγμα της Γερμανίας και άλλων χωρών αποτελεί «οδηγό».
Το Σύνταγμα πολλών χωρών της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης περιλαμβάνει «δικλίδες» προστασίας των δημόσιων υποδομών, που δεν επιτρέπουν την ιδιωτικοποίησή τους. Δεν αποκλείεται δηλαδή να εξεταστεί το θέμα της συνταγματικής ενίσχυσης των άρθρων 16 και 24, αλλά και της εγγύησης για δωρεάν υπηρεσίες παιδείας, υγείας και περίθαλψης στους πολίτες και κατοίκους της χώρας.
Περνώντας στα θέματα που αφορούν περισσότερο τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, η κυβέρνηση επιθυμεί να εξεταστεί η καθιέρωση διατάξεων που θα ενισχύουν τη διαφάνεια. Εξετάζεται να εισαχθεί διάταξη που θα επιβάλλει την απρόσκοπτη πρόσβαση κάθε πολίτη σε δημόσια έγγραφα.
Επιπρόσθετα το Μαξίμου σκοπεύει να αλλάξει τη διάταξη που αφορά την εμπλοκή των πολιτών στη νομοθετική διαδικασία.
Εξετάζονται δηλαδή τρόποι ώστε οι πολίτες να μπορούν, ύστερα από τη συλλογή ενός συγκεκριμένου αριθμού υπογραφών, να καταθέτουν νομοσχέδια στη Βουλή, να αποπέμπουν νόμους, να επιβάλλουν δημοψηφίσματα για κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα, αλλά και να ανακαλούν αιρετούς στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.
«Ρήξη με το παρελθόν»
Κρίσιμο είναι, όμως, και το ζήτημα που αφορά τον νόμο περί ευθύνης υπουργών. Το περιβάλλον του πρωθυπουργού μιλά για «οριστική ρήξη με το παρελθόν», εξετάζοντας τρόπους συνταγματικής κατοχύρωσης αυτών των αλλαγών.
Ενδέχεται να υπάρξει δραστικός περιορισμός στη χρήση της βουλευτικής ασυλίας, περιορίζοντάς την μόνο σε ό,τι αφορά πολιτικές διώξεις. Ανάλογες σκέψεις υπάρχουν και για την αλλαγή ή την απάλειψη του χρονικού ορίου παραγραφής των αδικημάτων που τελούνται από πολιτικά πρόσωπα.
Ξεχωριστό ζήτημα, πάντως, αποτελεί η πιθανότητα εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας απευθείας από τον λαό. Δεδομένης της διαφωνίας του Προκόπη Παυλόπουλου, ο οποίος διατηρεί σχεδόν καθημερινή τηλεφωνική επαφή με το πρωθυπουργικό επιτελείο, το Μαξίμου κρατά στάση αναμονής για το ζήτημα.
Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας έχει δηλώσει πάντως σε ομιλία του το 2013 ότι «οποιαδήποτε πρόταση που δίνει περισσότερη δύναμη και δυνατότητα επιλογής στον λαό είναι για μας συζητήσιμη».
Ωστόσο είχε προσθέσει ότι «η πρόταση αυτή θα είχε σαφώς χαρακτήρα ενίσχυσης της λαϊκής ετυμηγορίας, μόνο στον βαθμό που θα είχε υλοποιηθεί μια ριζικά διαφορετική αρχιτεκτονική του πολιτικού συστήματος».
Υπό αυτό το πρίσμα δεν εξετάζεται επ’ ουδενί η αλλαγή των αρμοδιοτήτων του εκάστοτε Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά η καθιέρωση ενός συστήματος «α λα Αυστρία», όπου ο αρχηγός του κράτους εκλέγεται μεν από τον λαό, αλλά δεν έχει ουσιαστικές και αποφασιστικές αρμοδιότητες.
Σημαντικές αλλαγές πάντως προβλέπεται να συζητηθούν και σχετικά με τη Δικαιοσύνη, με επίκεντρο την εκλογή της ηγεσίας των ανώτατων οργάνων της από ειδικά εκλεκτορικά σώματα. Σε αυτά δεν αποκλείεται να συμμετέχουν, εκτός της σύνθεσης των ολομελειών των ανώτατων δικαστηρίων, και οι φορείς των δικηγόρων και των νομικών, αλλά και πανεπιστημιακοί φορείς.
Τέλος, κυβερνητικά κλιμάκια επιθυμούν να υπάρξουν αλλαγές στις διατάξεις για τα ΜΜΕ, τέτοιες ώστε να εξασφαλίζεται τόσο η ίση πρόσβαση στην πληροφόρηση όσο και η προστασία και αποκατάσταση όσων θίγονται από μέσα ενημέρωσης.
Η αλλαγή του εκλογικού συστήματος
Οι αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες δεν αποκλείουν πάντως η αλλαγή του εκλογικού συστήματος να ακουμπήσει και τη συνταγματική αναθεώρηση.
Ωστόσο, επειδή η αλλαγή του τρόπου εκλογής των βουλευτών προηγείται της συνταγματικής αναθεώρησης, κλιμάκια του Μαξίμου θεωρούν ότι, πέραν της μεγαλύτερης αναλογικότητας του νόμου, πρέπει να προχωρήσουν οι συζητήσεις σε θέματα όπως ο έλεγχος των οικονομικών των κομμάτων, η καθιέρωση ανώτατου ορίου συνολικής βουλευτικής θητείας, η κατάργηση ή ο ανασχεδιασμός των βουλευτικών προνομίων, η κατάργηση των βουλευτών Επικρατείας και ο επανασχεδιασμός του εκλογικού χάρτη με πληθυσμιακά ισότιμες περιφέρειες και κατάργηση των μονοεδρικών και δυεδρικών περιφερειών.
