Το κλίμα αισιοδοξίας που επιχειρεί να μεταδώσει η κυβέρνηση, εν όψει της τυπικής ολοκλήρωσης της αξιολόγησης στις 24 Μαΐου, δίνει περιθώριο σε όλες τις πλευρές να σχεδιάσουν τις άμεσες κινήσεις τους.
Τα τεχνικά κλιμάκια βάζουν τις τελευταίες πινελιές στο νομοσχέδιο, που αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή το αργότερο στις αρχές της επόμενης εβδομάδας, ενώ κορυφαίοι αξιωματούχοι των ΗΠΑ έχουν στρέψει το βλέμμα τους στις εν εξελίξει συζητήσεις για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Το δε Μαξίμου δράττεται της ευκαιρίας για να εξαπολύσει νέα επίθεση προς τη Ν.Δ.
Η αναφορά και μόνο στις ανακοινώσεις του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ και της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα για την επίσκεψη του υφυπουργού Οικονομικών της χώρας, Νέιθαν Σιτς, ήταν ενδεικτική του ενδιαφέροντος για τις εξελίξεις γύρω από την Ελλάδα.
Ο Αμερικανός υφυπουργός στην επίσκεψή του εξέτασε με τον Αλέξη Τσίπρα και τον Γιώργο Χουλιαράκη τις διεργασίες σχετικά με «την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του προγράμματος μεταρρυθμίσεων της Ελλάδας και για την κατάσταση στις συζητήσεις με την Ευρώπη για μια σημαντική ελάφρυνση του χρέους». Κυβερνητικές πηγές ήταν εξαιρετικά φειδωλές για το τι ειπώθηκε στη συνάντηση του πρωθυπουργού με τον κ. Σιτς. Το ζήτημα του χρέους κατείχε πάντως σημαίνουσα θέση.
Σιγή Ιχθύος
Το ΔΝΤ, βέβαια, παραμένει σιωπηλό, ενώ στην Ευρώπη η συζήτηση έχει «ανάψει». Ολοι όμως γνωρίζουν ότι χωρίς το «πράσινο φως» του Ταμείου οριστική λύση δεν αναμένεται. Σε αυτό το πλαίσιο, το ρεπορτάζ της γερμανικής «Die Welt», σύμφωνα με το οποίο ο επικεφαλής του ESM, Κλάους Ρέγκλινγκ, προτείνει την αποπληρωμή μέρους του ελληνικού χρέους προς το Ταμείο απευθείας από τον ίδιο τον Μηχανισμό, αποτελεί ουσιαστικά «πρόκληση» προς την Ουάσινγκτον για να τοποθετηθεί με σαφήνεια.
Το βέβαιο είναι πως ένα από τα σενάρια που εξετάζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και υποστηρίζονται από την Αθήνα περιλαμβάνει τη χρήση του συγκεκριμένου εργαλείου. Τα επιτόκια άλλωστε με τα οποία δανείζεται η Ελλάδα από το ΔΝΤ φτάνουν το 3,5%, ενώ ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας παρέχει δάνεια με επιτόκια κάτω από 1%, καθιστώντας συμφέρουσα για την Αθήνα τη συγκεκριμένη κίνηση.
Ο κ. Σιτς ήρθε στην Ευρώπη προκειμένου να συλλέξει σημαντικές πληροφορίες για τα σενάρια που προκρίνει η ελληνική πλευρά, αλλά και να ακούσει τις σχετικές θέσεις της Γαλλίας, την οποία επισκέφθηκε την Τρίτη, και της Ιταλίας, που επισκέπτεται σήμερα. Η ελληνική πλευρά ευελπιστεί γενικότερα σε πιο στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ, εξ ου και ο Νίκος Παππάς βρίσκεται από σήμερα στην Ουάσινγκτον, όπου θα έχει συζητήσεις με τον υπουργό Οικονομικών, Τζακ Λιου, την υφυπουργό Εξωτερικών, Βικτόρια Νούλαντ, και εκπροσώπους επενδυτικών ομίλων. Η ελάφρυνση του χρέους θεωρείται, άλλωστε, από την Αθήνα βασικό στοιχείο για την ανάπτυξη θετικού κλίματος για την προσέλκυση επενδύσεων.
Μιλώντας πάντως περί «επενδύσεων», το Μαξίμου επιτέθηκε σφοδρά κατά της αξιωματικής αντιπολίτευσης για τις θέσεις της μετά την τελευταία συνεδρίαση του Γιούρογκρουπ. Κυβερνητικές πηγές εκτίμησαν ότι η Ν.Δ. «επένδυσε στην αποτυχία της διαπραγμάτευσης, αδιαφορώντας για τις πιθανές συνέπειες στον ελληνικό λαό». Κύκλοι του Μαξίμου καταλόγισαν στη Συγγρού ότι «αποφεύγει διαρκώς να διατυπώσει τη δική της πολιτική πρόταση», αλλά και ότι «προσπαθεί απεγνωσμένα να απεγκλωβιστεί από το πρόσφατο αίτημά της για εκλογές», καθώς «εκλείπουν δύο βασικές προϋποθέσεις: η μη ολοκλήρωση της αξιολόγησης και η απαίτηση για λήψη πρόσθετων μέτρων».
«Ο αυτόματος μηχανισμός διόρθωσης ενεργοποιείται σε περίπτωση αποκλίσεων από τους στόχους, κάτι που ούτως ή άλλως προβλέπει η συμφωνία του περασμένου Ιουλίου», θέλησαν να υπενθυμίσουν οι ίδιες πηγές, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι «οι Ευρωπαίοι εταίροι έχουν εκφράσει την πεποίθησή τους πως κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να χρειαστεί, καθώς η ελληνική οικονομία κινείται ήδη πάνω από τους προβλεπόμενους στόχους».
Αντιθέτως, συμπληρώνουν κυβερνητικοί κύκλοι, «ο κ. Μητσοτάκης είναι εκείνος που αυτοβούλως μίλησε στη Βουλή για αναγκαίες περικοπές δημόσιων δαπανών, χωρίς φυσικά να διευκρινίσει σε ποιες δαπάνες αναφέρεται».
Στελέχη του Μαξίμου χαρακτήριζαν δε τον Μάνφρεντ Βέμπερ, επικεφαλής της ομάδας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, «εκπρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη», λαμβάνοντας αφορμή από τα όσα συζητήθηκαν στο Ευρωκοινοβούλιο για το ελληνικό πρόγραμμα.
Οι περισσότερες ευρωομάδες αναφέρθηκαν στην ανάγκη να υπάρξει συμφωνία για τη μείωση του χρέους, χαρακτηρίζοντας ως παράλογες και ακραίες τις απαιτήσεις του προηγούμενου διαστήματος για προληπτικά μέτρα» σημείωσαν τα ίδια στελέχη, συμπληρώνοντας ότι μόνο ο κ. Βέμπερ «επιτέθηκε στην ελληνική κυβέρνηση, υπερασπιζόμενος χωρίς ίχνος αυτοκριτικής την πολιτική της ακραίας λιτότητας, που η κυβέρνηση Σαμαρά είχε συνυπογράψει
