Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Δικαστικό σεισμό» προανήγγειλε ήδη από την περασμένη εβδομάδα το στέλεχος του ΔΟΛ Β. Χιώτης και τελικά χθες έγινε η «αποκάλυψη».

Μια αποκάλυψη που αυτόματα ξεσήκωσε τις σχεδόν ταυτόσημες αντιδράσεις του επιχειρηματία Ανδρέα Βγενόπουλου, της Ν.Δ., του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού.

Υιοθετώντας στην ουσία του το ρεπορτάζ του «Βήματος» (και της «Καθημερινής») αλλά και την αναφορά της εισαγγελέως Γ. Τσατάνη, που έθεσε την υπόθεση του επιχειρηματία στο αρχείο, τα τρία πολιτικά κόμματα της αντιπολίτευσης κάνουν ανοιχτά λόγο για εκβιασμό και απειλές τού αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης Δ. Παπαγγελόπουλου προς την εισαγγελέα κρίνοντας ότι ο αναπληρωτής υπουργός πρέπει να ελεγχθεί για ποινικά αδικήματα.

«Η διαπλοκή χρησιμοποιεί εναντίον μου μεθόδους παρακράτους», δήλωσε χθες στην «Εφ.Συν.» ο κ. Παπαγγελόπουλος.

Θεσμική εκτροπή ή μεθοδεύσεις της διαπλοκής;

Από όσα είδαν το φως της δημοσιότητας το Σαββατοκύριακο παραμένουν αναπάντητα τρία βασικά ερωτήματα:

Επρεπε ή όχι η καταγγέλλουσα εισαγγελέας να αφήσει την υπόθεση στα χέρια της αρμόδιας εισαγγελέως κατά της Διαφθοράς;

 Γιατί επεδίωξε εξαρχής η ίδια τη συνάντηση με τον αναπληρωτή υπουργό;

Και, κυρίως, έπρεπε ή όχι η υπόθεση Βγενόπουλου να τεθεί στο αρχείο, την ώρα που οι κυπριακές αρχές ακόμα δεν έχουν ολοκληρώσει την έρευνά τους;

Αμεση απάντηση

Η αναφορά της κ. Τσατάνη προς την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ε. Κουτζαμάνη έγινε ταυτόχρονα με την έκδοση της απόφασής της να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.

Ο υπουργός απάντησε άμεσα με ανακοίνωση που εξέδωσε το Σάββατο, ενώ ήδη είχε αποστείλει επιστολή, προκειμένου να ενημερωθεί η Βουλή, στον πρόεδρο Ν. Βούτση στις 3/3/2016, η οποία αναρτήθηκε ήδη από το βράδυ του Σαββάτου στην ηλεκτρονική σελίδα της «Εφ.Συν.».

Η εισαγγελέας Γ. Τσατάνη στην αναφορά της (22/2/2016) μιλάει για πίεση που δέχτηκε από τον υπουργό τον περασμένο Νοέμβριο προκειμένου να επιστρέψει τη δικογραφία Βγενόπουλου στα χέρια των οικονομικών εισαγγελέων.

Μάλιστα προσδιορίζει την αρχή διαφόρων συκοφαντικών για το πρόσωπό της δημοσιευμάτων, μαζί με αντίστοιχες ερωτήσεις βουλευτών για την υπόθεση ήδη από τον Δεκέμβριο του 2014.

Η ίδια, μάλιστα, σημειώνει ότι έκανε την αναφορά της στις 22/2, μία ημέρα πριν από την τυπική ανακοίνωση της απόφασής της.

Η Γ. Τσατάνη αναφέρει μεταξύ άλλων ότι:

■ Ζήτησε η ίδια να δει τον Δ. Παπαγγελόπουλο ευθύς μόλις πληροφορήθηκε ότι είχε ο ίδιος δημόσια δηλώσει ότι η κυβέρνηση δεν θα ανεχτεί πραξικοπήματα, και τον επισκέφτηκε στο γραφείο του.

■ Δέχτηκε τηλεφώνημα στο υπηρεσιακό της αυτοκίνητο από τον υπουργό στις 22/11/2015 (μετά την επίσκεψή της στο γραφείο του) και στη συνομιλία ο υπουργός με «δήθεν συμβουλευτικό ύφος» επανέλαβε την προτροπή του να παραδώσει η ίδια τη δικογραφία στην εισαγγελέα εγκλημάτων διαφθοράς διότι: «κρατάω στα χέρια μου ένα απόστημα που θα σκάσει σε βάρος μου… και για να κάνω Χριστούγεννα με την οικογένειά μου».

■ Ο υπουργός γνώριζε εκ των προτέρων ότι η εισαγγελέας κατά της Διαφθοράς, που χειριζόταν άλλη συναφή υπόθεση, και από την οποία είχε αφαιρεθεί η συγκεκριμένη δικογραφία, επρόκειτο να ασκήσει ποινική δίωξη σε βάρος των υπόπτων.

■ Διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία για τις επικοινωνίες της με τον υπουργό.

Ο Δ. Παπαγγελόπουλος στην επιστολή του αντικρούει τους ισχυρισμούς της εισαγγελέως αναφέροντας ότι:

● Πράγματι του τηλεφώνησε η Γ. Τσατάνη και του ζήτησε να συναντηθούν κάπου αλλού κι όχι στο υπουργείο για να μη γίνει γνωστή η συνάντηση. Παρ’ όλα αυτά ο υπουργός επέμεινε ότι όλους τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης οφείλει να τους δέχεται στο υπουργείο, πράγμα που και τελικά έγινε. Η ίδια, όπως αναφέρει, του δήλωσε ότι έχει ακούσει καλά λόγια γι’ αυτόν από τους συναδέλφους της και ήθελε να τον συμβουλευτεί.

«Σχεδόν κλαίγοντας ζήτησε τη βοήθειά μου γιατί μερίδα του Τύπου τής καταλόγιζε ότι αφαίρεσε παράτυπα τη δικογραφία κατά του Ανδρέα Βγενόπουλου από την Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς λίγο πριν ασκηθεί ποινική δίωξη, δήθεν για να τη συσχετίσει με άλλη δικογραφία, με πραγματικό σκοπό να αποτρέψει την άσκηση ποινικής δίωξης.

»Επίσης δημοσιεύματα στον Τύπο της απέδιδαν ότι χειρίσθηκε δικογραφίες που αφορούσαν στελέχη της Νέας Δημοκρατίας και, μολονότι, ο σύζυγος και η κόρη της ήταν υποψήφιοι βουλευτές της Ν.Δ., δεν δήλωσε αποχή όπως ορίζεται στα σχετικά άρθρα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας».

Ο υπουργός αναφέρει ότι τη συμβούλεψε να επιστρέψει τη δικογραφία στην αρμόδια Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς σύμφωνα και με τις διατάξεις του Νόμου και τη σχετική εγκύκλιο του Αρείου Πάγου.

Μάλιστα -όπως ισχυρίζεται- απέφυγε πλήρως την αναφορά στην ουσία της υπόθεσης. Ο υπουργός σημειώνει ότι πράγματι στο επόμενο διάστημα της τηλεφώνησε, της επανέλαβε όσα της είχε ήδη πει, ενώ η ίδια του δήλωσε ότι θα σκεφτεί τι θα πράξει τελικά.

Για τον ισχυρισμό τής Γ. Τσατάνη περί της αφορμής αυτής της συνάντησης λόγω των δηλώσεων του υπουργού στη Βουλή ότι δεν θα δεχτεί δικαστικά πραξικοπήματα, ο κ. Παπαγγελόπουλος επισημαίνει ότι οι δηλώσεις του έγιναν 15 ημέρες μετά τη συνάντηση και επομένως δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της εισαγγελέως.

Οπως αναφέρει ο υπουργός, δεν υπάρχει στην αναφορά της εξήγηση για τους λόγους που θέλησε η ίδια να τον συναντήσει.

Αναφέρει ακόμα ότι υπήρχαν ήδη δημοσιεύματα σχετικά με την αφαίρεση της δικογραφίας από την εισαγγελέα κατά της Διαφθοράς πριν ασκηθούν διώξεις και πριν από την επίμαχη συνάντησή τους.

Κατά συνέπεια, τα υπονοούμενα περί «εσωτερικής» ενημέρωσης δεν ευσταθούν, «ούτε είχε παραβιασθεί το απόρρητο ή η μυστικότητα της προκαταρκτικής εξέτασης».

Ο υπουργός προσθέτει ότι ούτε πειθαρχική διαδικασία κινήθηκε εναντίον της αλλά ούτε ο ίδιος ασχολήθηκε περαιτέρω με το ζήτημα αυτό.

Στη συνέχεια της επιστολής ο Δ. Παπαγγελόπουλος γράφει:

«Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι η κ. Τσατάνη στην αναφορά της ισχυρίζεται ότι καθυστέρησε την υποβολή της δικογραφίας για να μη θεωρηθεί ότι ζητούσε να απεκδυθεί την ευθύνη χειρισμού της.

Είναι επομένως προφανής τόσο η επιμέλεια όσο και το ενδιαφέρον της να ολοκληρώσει η ίδια την προκαταρκτική έρευνα. Είμαι βαθύτατα απογοητευμένος από τη συμπεριφορά της και λυπάμαι ειλικρινά γιατί με ανάγκασε κατά παράβαση των αρχών μου να αποκαλύψω λίγες πτυχές από την ιδιωτική συζήτηση που είχα μαζί της, μετά από δικό της αίτημα, προκειμένου να τη βοηθήσω και να τη συμβουλεύσω».

Καλά πληροφορημένος

Το σημείο πάντως που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην επιστολή του Δ. Παπαγγελόπουλου είναι η επισήμανση ότι στις 24/2/2016 ο υπουργός Δικαιοσύνης της Κύπρου με επιστολή του τον ενημερώνει πως την προηγούμενη ημέρα ο Α. Βγενόπουλος δημόσια ανακοίνωσε ότι η Γ. Τσατάνη είχε περατώσει την προκαταρκτική εξέταση και με σχετική διάταξή της υπό στοιχεία 1/22-2-2016 αποφάνθηκε ότι δεν προέκυψαν οποιεσδήποτε ενδείξεις περί διάπραξης αδικημάτων και ότι η όλη υπόθεση τέθηκε στο αρχείο.

«Την ίδια όμως ημέρα (22/2/2016) “εκ συμπτώσεως”, ο κ. Βγενόπουλος, ως είχε προκαθοριστεί, εμφανίστηκε ενώπιον της 10ης Ανακρίτριας Μ. Ευαγγέλου για ανάκριση, αρνούμενος και πάλι να ανακριθεί. Επικαλέστηκε δε, όπως πληροφορούμαι από τις Κυπριακές ανακριτικές Αρχές, τη διάταξη Τσατάνη, η οποία φαίνεται να μην είχε μέχρι εκείνη την ώρα εκδοθεί.

»Απ’ ό,τι πληροφορούμαι, επιστολή με το ίδιο περιεχόμενο έχει σταλεί από τον Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας στην κ. Πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Την δε ημέρα που έδωσε συνέντευξη ο Ανδρέας Βγενόπουλος εξυμνώντας την κ. Τσατάνη και κατηγορώντας εμένα με ανακριβή στοιχεία και αβάσιμους συνειρμούς και εικασίες, διαβιβάσθηκε συμπτωματικά στον Υπουργό Δικαιοσύνης η αναφορά της κας Τσατάνη από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου».

Τέλος ο υπουργός καταλήγει: «Δυστυχώς η πείρα μου και οι νομικές μου γνώσεις μού επιτρέπουν να έχω σχηματίσει ασφαλή εκτίμηση και κρίση για τα κίνητρα και τους σκοπούς της κας Τσατάνη. Είμαι βέβαιος ότι κάθε νοήμων άνθρωπος μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του».

Ανακοινώσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης και του επιχειρηματία με ταυτόσημο περιεχόμενο

ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ: «Κάτω τα χέρια»

Θεσμική εκτροπή ή μεθοδεύσεις της διαπλοκής;

Η επίκληση της μόνιμης δικαιολογίας περί «διαπλοκής» μόνον ως ομολογία πράξεων ωμής κατάργησης της διάκρισης των εξουσιών ακούγεται. Η Ν.Δ. ζητάει την «άμεση διαβίβαση στη Βουλή της υπόθεσης των παρεμβάσεων στη Δικαιοσύνη από τον αρμόδιο υπουργό αναπληρωτή της και την άμεση σύγκληση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας για να απαντήσει η Κυβέρνηση στα καταλυτικά ερωτήματα που έχουν προκύψει. Η Νέα Δημοκρατία δεν θα επιτρέψει τη χειραγώγηση και τρομοκράτηση της Δικαιοσύνης. Κάτω τα χέρια από τη Δικαιοσύνη κ. Τσίπρα.

ΠΟΤΑΜΙ: «Νομικό ατόπημα»

Θεσμική εκτροπή ή μεθοδεύσεις της διαπλοκής;

Οι συνεχείς, απροκάλυπτες και πρωτοφανείς προσπάθειες χειραγώγησης της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ δεν έχουν τέλος. Η ωμή παρέμβαση του αν. Υπουργού Δικαιοσύνης και δυστυχώς πρώην δικαστικού λειτουργού, που προσπάθησε, με απειλές, πιέσεις και μεθόδους που θυμίζουν άλλες εποχές, να επιβάλει στην εισαγγελέα Εφετών τη θέληση της Κυβέρνησης για δικογραφία που χειριζόταν, δεν συνιστά μόνον νομικό ατόπημα αλλά και επικίνδυνη θεσμική εκτροπή και δείχνει με κυνικό τρόπο ότι η κυβέρνηση έχει καθεστωτική αντίληψη για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, την θέλει απολύτως ελεγχόμενη και τους δικαστικούς λειτουργούς απολύτως υπάκουους.

ΠΑΣΟΚ: «Χαλιναγώγηση»

Θεσμική εκτροπή ή μεθοδεύσεις της διαπλοκής;

Είναι φανερό ότι αν ισχύουν όσα καταγγέλθηκαν, επιβεβαιώνουν όσα ακούγονται για παρεμβάσεις του Αν. Υπουργού και προσπάθεια χαλιναγώγησης της ελεύθερης βούλησης των δικαστικών λειτουργών και μάλιστα με τρόπο προκλητικό. Είναι πρόσφατες οι δημόσιες απειλές του περί δήθεν δικαστικού πραξικοπήματος. Ο κ. Παπαγγελόπουλος είναι γνωστό ότι και κατά το παρελθόν έβαζε το «δεξί» τότε χέρι του με παρόμοιο τρόπο. Σήμερα έχει ως φαίνεται αναλάβει την υλοποίηση της επικίνδυνης και καθεστωτικής αντίληψης του ΣΥΡΙΖΑ για τη Δικαιοσύνη.

ΚΙΔΗΣΟ: «Οι υπόγειες διασυνδέσεις»

Θεσμική εκτροπή ή μεθοδεύσεις της διαπλοκής;

Αυτό όμως συμβαίνει, όταν αντί για τη θεσμική ισχυροποίηση της Δικαιοσύνης, την οποία επέλεξε και εφάρμοσε με συγκεκριμένες ρυθμίσεις η κυβέρνηση Παπανδρέου, επιλέγεται από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. να τοποθετούνται πρόσωπα σε θέσεις «διαφάνειας», γνωστά από το παρελθόν τους, με κριτήριο τις υπόγειες κομματικές διασυνδέσεις με τη Ν.Δ. και προφανώς την τεχνογνωσία στην αδιαφάνεια. Η ίδια η Δικαιοσύνη οφείλει να περιφρουρήσει ουσιαστικά τον ρόλο της.

Ανδρέας Βγενόπουλος: «Διάπραξη αδικημάτων»

Μετά τις καταγγελίες της αρμοδίας Εισαγγελέως Εφετών που είδαν το φως της δημοσιότητας, τις αποκαλύψεις και τα στοιχεία που παρουσίασα σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου, αλλά και τα στοιχεία που διαθέτω και παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις μου δεν μου έχει ζητηθεί ακόμη να καταθέσω αρμοδίως, ο Αναπληρωτής Υπουργός Δικαιοσύνης κ. Δ. Παπαγγελόπουλος ελέγχεται πλέον για την διάπραξη πολύ σοβαρών ποινικών αδικημάτων». Μάλιστα ο επιχειρηματίας παρατηρεί σε ειρωνικό τόνο ότι ο υπουργός όφειλε πριν αποστείλει επιστολή στη Βουλή να ενημερωθεί από έναν καλό ποινικολόγο. Θυμίζουμε ότι συνήγορος του επιχειρηματία είναι ο ποινικολόγος Μ. Δημητρακόπουλος.

Ο Κώδικας Ντα Βίντσι

Από το σύνολο των δημοσιευμάτων, των αναφορών και των επιστολών, η βασική επισήμανση είναι ότι οι «πιέσεις» για ευνόητους λόγους μετατράπηκαν σε «εκβιασμούς», «απειλές» αλλά ακόμα και «σοβαρά ποινικά αδικήματα που διέπραξε ο υπουργός», όπως παρατήρησε ο Α. Βγενόπουλος και κάποιοι έσπευσαν να το υιοθετήσουν.

Επειδή η Ελλάδα είναι όμως, όπως όλοι γνωρίζουμε, ένα μικρό χωριό, πολλά από όσα περνούν στα… τρέιλερ της ενημέρωσης έχουν τις προφανείς εξηγήσεις τους.

Δυστυχώς ο δεσμός της Δικαιοσύνης και της εκτελεστικής εξουσίας είναι τόσο άρρηκτος που συχνά είναι δύσκολο ακόμα και να ανιχνευτεί η μεταξύ τους απόσταση.

Δικαστές με στενούς συγγενείς αλλά και ισχυρούς φίλους που κατέχουν υψηλόβαθμες όχι μόνο κομματικές αλλά κυρίως δημόσιες θέσεις δεν κάνουν το αυτονόητο, όπως να ζητούν την αυτοεξαίρεσή τους από συναφείς υποθέσεις.

Δικαστές με έντονη πολιτική στράτευση αδυνατούν να πάρουν τις αναγκαίες αποστάσεις από την ιδεολογική τους τοποθέτηση.

Δικαστικές κόντρες μεταξύ ανώτατων λειτουργών της Δικαιοσύνης με ή χωρίς πολιτικές αφετηρίες είναι συχνά τόσο ακραίες που οδηγούν σε απόγνωση ακόμα και τους συναδέλφους τους.

Εκδοτικά, επιχειρηματικά και κυρίως πολιτικά κέντρα αναγορεύουν ανάλογα με τα συμφέροντά τους συγκεκριμένους δικαστικούς σε αδέκαστους ή σε εξαρτημένους. Το απίστευτο δε είναι ότι αυτό το κάνουν κατά περιόδους για τον ίδιο δικαστή ή εισαγγελέα.

Χωρίς τις παραπάνω παραμέτρους δεν μπορεί δυστυχώς κανείς να κατανοήσει τον «πόλεμο» Αθανασίου – Θάνου, Παπαγγελόπουλου – Τσατάνη, Τσιμπλάκη – Πούλιου, Ντογιάκου – Σαλάτα και πάει λέγοντας.

Σήμερα λοιπόν η «αρένα» της λεγόμενης διαπλοκής θέλει τον αναπληρωτή υπουργό Δ. Παπαγγελόπουλο να παρεμβαίνει στη Δικαιοσύνη.

Οπλο τους, οι αιτιάσεις της εισαγγελέως Γ. Τσατάνη, για την οποία είναι γνωστό από παλιά δημοσιεύματα ότι τόσο ο σύζυγός της όσο και η κόρη της είναι στελέχη της Ν.Δ. και μάλιστα… συγκεκριμένης τάσης.