Στάμος Παπαστάμος - Γεράσιμος Προδρομίτης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κυκλοφορεί από χθες στα βιβλιοπωλεία υπό τον τίτλο «Πρώτη φορά ΑΡΙΣΤΕΡΑ» μια ενδιαφέρουσα μελέτη με κείμενα των Γιάννη Μηλιού, Στάμου Παπαστάμου, Τάσου Παππά και Γεράσιμου Προδρομίτη. Τα τρία κείμενα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο θέτουν το πλαίσιο σε ερωτήματα και επιχειρούν να απαντήσουν σε ζητήματα πάνω στα οποία αναρωτιούνται σήμερα ο κάθε πολίτης, ο κόσμος της Αριστεράς και οι πολιτικές δυνάμεις που τη συγκροτούν σε όλο το εύρος της.

Τα ζητήματα αυτά συμπυκνώνονται στους παρακάτω τίτλους, όπως: η έλλειψη εναλλακτικών λύσεων, το κυνήγι της ουτοπίας, η υπηρέτηση του οράματος ότι «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός», η ρεαλιστική προσαρμογή στην αναγκαιότητα, η ανθρώπινη κατάσταση μπροστά στον συμβιβασμό με τους ισχυρούς. Στα κείμενά τους οι συγγραφείς εξετάζουν τα γεγονότα κριτικά και με αίσθημα ευθύνης.

«Από αριστερή μειοψηφία, πλειοψηφική Αριστερά: Η κοινωνική ψυχολογία διαβάζει την πολιτική»

► Ο Γιάννης Μηλιός, στο κείμενό του με τίτλο «Το φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ: Η “ανατροπή” που δεν έγινε», παρουσιάζει μια μακροσκελή ανάλυση της πορείας του κόμματος από την ίδρυσή του μέχρι την κυβερνητική εξουσία. Και από το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, στο οποίο παρατηρεί «μια στροφή της ηγετικής ομάδας» προς έναν «ιστορικό συμβιβασμό με τις οικονομικές ελίτ», μέχρι το δημοψήφισμα και τη συμφωνία, για να καταλήξει: «Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ γύρω από το Γραφείο του Προέδρου, έχοντας ήδη η ίδια εξ αρχής επιλέξει τον δρόμο που οδηγοαύσε στον συμβιβασμό με το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο διακυβέρνησης και τις εγχώριες και διεθνείς δυνάμεις που το στηρίζουν, συνθηκολόγησε διότι εντός του πλαισίου αυτού “δεν υπήρχε εναλλακτικός δρόμος”».

► Οι Στάμος Παπαστάμου και Γεράσιμος Προδρομίτης, στο κοινό κείμενό τους «Από αριστερή μειοψηφία, πλειοψηφική Αριστερά: Η κοινωνική ψυχολογία διαβάζει την πολιτική», χρησιμοποιούν τα θεωρητικά εργαλεία της κοινωνικής ψυχολογίας. Προσδιορίζουν την κοινωνιο-ψυχολογική οντότητα του ΣΥΡΙΖΑ πριν και μετά τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015 και επιχειρούν να εξηγήσουν το φαινόμενο της «σχετικά ταχύρυθμης διαδικασίας μιας μικρής και ριζοσπαστικής μειοψηφίας στην εξουσία» που «αξίζει την προσοχή μας επειδή παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά μιας τυπικής διαδικασίας μειονοτικής επιρροής».

► Τέλος, ο δημοσιογράφος Τάσος Παππάς, στο κείμενό του «Πρώτη φορά Αριστερά», εκτιμά ότι «το κυβερνητικό μανιφέστο (Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης), που ήταν λιγότερο ριζοσπαστικό από τη Διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ το 1981 και αρκετά πιο ήπιο από τις επεξεργασίες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας την περίοδο που αυτή παρέμενε πιστή στις ιδρυτικές αναφορές της, ήταν ένα μείγμα αστικού εκσυγχρονισμού, πολιτικού εκδημοκρατισμού και νεοκεϊνσιανής οικονομικής σκέψης», αλλά «στην Ευρώπη του 2015 και στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, όπου τον τόνο δίνουν οι χρηματοπιστωτικές μερίδες του κεφαλαίου, η πολιτική της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας θεωρείται “παράνομη” και πολιτικά και ιδεολογικά».

► Ακολουθεί απόσπαμα του κειμένου των Στάμου Παπαστάμου και Γεράσιμου Προδρομίτη.

Το θεωρητικό και πολιτικό συνάμα βασικό ερώτημα που εγείρεται εδώ αφορά τους τρόπους με τους οποίους ένας μικρός πολιτικός σχηματισμός, μια μικρή μειοψηφία με έντονη κινηματική δραστηριότητα εντός και εκτός του ελληνικού Κοινοβουλίου και με απόψεις που σε πολλά ζητήματα κοινωνικού, πολιτικού, πολιτισμικού και οικονομικού επιπέδου εμφανίζονται και προσλαμβάνονται ως ακραία συγκρουσιακές, κατόρθωσε μέσα σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα να μετασχηματιστεί κατ’ αρχάς σε κόμμα εξουσίας και στη συνέχεια να διεκδικήσει και να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας

«Για πρώτη φορά Αριστερά» σημαίνει (…) πως για πρώτη φορά η Αριστερά καλείται να κυβερνήσει την Ελλάδα, για πρώτη φορά επίσης, ελληνική κυβέρνηση καλείται να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα. Μέσω του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ και νεοεκλεγέντα Πρωθυπουργού της χώρας Αλέξη Τσίπρα, η Κυβέρνηση της Αριστεράς καλείται πράγματι να λύσει ούτως ή άλλως ένα δυσεπίλυτο δίλημμα: Είτε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες –μεγάλες– που δημιούργησαν οι προεκλογικές δηλώσεις του υποψήφιου τότε πρωθυπουργού και ταυτόχρονα να σεβαστεί τις δεσμεύσεις των προκατόχων του, ώστε να αποφύγει τις κυρώσεις που απειλούσαν οι «δανειστές» ότι θα επέβαλλαν στη χώρα του.

Είτε να σεβαστεί στο ακέραιο τις βασικές αρχές της Αριστεράς προτείνοντας νέους όρους και διεκδικώντας νέα, ηπιότερα, μέτρα στην επαναδιαπραγμάτευση του ελληνικού χρέους με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και, ταυτόχρονα, να διαφυλάξει την αξιοπιστία και φερεγγυότητα της χώρας στα διεθνή fora παρά την εμπράγματη αθέτηση εκ μέρους του των παλαιών «αντι-λαϊκών» «εθνικών» δεσμεύσεων.

Υπό την έννοια αυτή, η πρόσφατη ανάληψη της πολιτικής εξουσίας στην Ελλάδα από τον ΣΥΡΙΖΑ αξίζει την προσοχή μας. Κατ’ αρχάς, επειδή οι κυβερνητικές επιλογές όλο αυτό το διάστημα έχουν, για προφανείς λόγους, αμεσότερη και εντονότερη επίπτωση παρά ποτέ όλα αυτά τα χρόνια της Μεταπολίτευσης στην καθημερινότητά μας. Κατά δεύτερο λόγο, επειδή οι ίδιες αυτές επιλογές υποθηκεύουν, για εξίσου προφανείς λόγους, όχι μόνο το παρόν όλων μας, αλλά και το μέλλον των παιδιών μας και των παιδιών των παιδιών μας.

Κατά τρίτο λόγο, εξίσου ευνοήτως, επειδή το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στο τιμόνι της διακυβέρνησης της χώρας δημιούργησε νέο συσχετισμό πολιτικών δυνάμεων επιφέροντας σημαντική αλλαγή στο ευρύτερο πολιτικό σκηνικό. Κατά κύριο λόγο όμως, αυτή η σχετικά ταχύρυθμη διαδικασία αναρρίχησης μιας μικρής και ριζοσπαστικής μειοψηφίας στην εξουσία, αξίζει την προσοχή μας επειδή παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά μιας τυπικής διαδικασίας μειονοτικής επιρροής.

Προσλαμβάνει ως εκ τούτου μια διάσταση που διαφοροποιείται τόσο από τις συνήθεις εκλογικευτικές αναγνώσεις της πολιτικής μέσω συγκαλυμμένων ή μη επικλήσεων σε θεωρίες συνωμοσίας και λοιπές αφηγήσεις μειωμένης διαψευσιμότητας, όσο και από τις επανειλημμένες εξορθολογικές αναγνώσεις της πολιτικής, μέσω σοβαροφανέστερων αναφορών σε ορθολογικά θεωρητικά εργαλεία (βλ. θεωρία των παιγνίων), που τροφοδοτούν την εσφαλμένη αντίληψη ότι οι πολλαπλές εκφάνσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς βασίζονται στη (μαθηματική) λογική και συνεπώς δύνανται –αν δεν οφείλουν– να κατανοούνται αποκλειστικά και μόνο δι’ αυτής.

(…) στο κείμενό μας αυτό θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε μια κατά κανόνα αθέατη μέχρι σήμερα πλευρά της «πολιτικής», ιδιαίτερα έτσι όπως αυτή αναδύεται μέσω της διαδικασίας των αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων. Το θεωρητικό και πολιτικό συνάμα βασικό ερώτημα που εγείρεται εδώ αφορά τους τρόπους με τους οποίους ένας μικρός πολιτικός σχηματισμός, μια μικρή μειοψηφία με έντονη κινηματική δραστηριότητα εντός και εκτός του ελληνικού κοινοβουλίου και με απόψεις που σε πολλά ζητήματα κοινωνικού, πολιτικού, πολιτισμικού και οικονομικού επιπέδου εμφανίζονται και προσλαμβάνονται ως ακραία συγκρουσιακές, κατόρθωσε μέσα σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα να μετασχηματιστεί κατ’ αρχάς σε κόμμα εξουσίας και στη συνέχεια να διεκδικήσει και να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας.

Πώς, με άλλα λόγια, μια μικρή ενεργός μειονότητα άσκησε με επιτυχία την επιρροή της στην ελληνική κοινή γνώμη, σε σημείο που στο σύντομο αυτό χρονικό διάστημα κατόρθωσε σε μια πρώτη φάση να αναρριχηθεί στη θέση τής εν δυνάμει αξιωματικής αντιπολίτευσης και στη συνέχεια να αναλάβει τα ηνία της διακυβέρνησης της χώρας. Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα αναγκαστούμε κατ’ αρχάς να προβούμε σε κάποιες παραδοχές.

  • 1η παραδοχή: η κούρσα στην οποία επιδίδονται τα πολιτικά κόμματα για την ανάληψη της εξουσίας μέσω των εκλογικών αναμετρήσεων αποτελεί μια ιδιότυπη διαδικασία κοινωνικής επιρροής (…).
  • 2η παραδοχή: οι στρατηγικές επιρροής που επιστρατεύονται από τα διάφορα πολιτικά κόμματα πριν, κατά και μετά τις εκλογικές αναμετρήσεις αποτυπώνονται στον γραπτό και προφορικό λόγο που εκφέρουν οι αρχηγοί και τα λοιπά τους στελέχη.
  • 3η παραδοχή: ο αντίχτυπος που έχουν οι κομματικές στρατηγικές επιρροής στους πολλαπλούς αποδέκτες των μηνυμάτων τους (εκλογικό σώμα, πολιτικούς συμμάχους και αντιπάλους), αποτυπώνεται στην πρώτη περίπτωση στο εκλογικό αποτέλεσμα, στη δε δεύτερη στην ενδο- και εξω-κοινοβουλευτική τους συμπεριφορά καθώς και στις γραπτές και προφορικές αντιδράσεις τους.

Στη συνέχεια, για να εξηγήσουμε την κοινωνιοψυχολογική δυναμική που κρύβεται πίσω από την αλληλουχία των –ορισμένες φορές φαινομενικά παράδοξων– συμπεριφορών των κοινωνικών δραστών που φύσει και θέσει εμπλέκονται στην περίπτωση που μας απασχολεί και για να ξεσκεπάσουμε την «κρυμμένη λογική» τους, θα χρησιμοποιήσουμε ορισμένα θεωρητικά εργαλεία που έχει στη διάθεσή της η κοινωνική ψυχολογία. Τα εργαλεία αυτά είναι κάποιες κοινωνιοψυχολογικές θεωρίες που μας επιτρέπουν να καταλάβουμε πώς και γιατί και –το κυριότερο– να προβλέψουμε πότε και ποιοι συμπεριφέρονται ή θα συμπεριφερθούν με τον τρόπο που το πράττουν.

Προκειμένου (…) να ανιχνεύσουμε τις επιμέρους ρητορικές στρατηγικές, οι οποίες εκφράζουν τις επικεντρώσεις και τις διακυμάνσεις της συμπεριφοράς του ΣΥΡΙΖΑ ως πηγής επιρροής και του είδους διαπραγμάτευσης, που επιφυλάσσει απέναντι στον πληθυσμό κατά τις επιμέρους διαδοχικές φάσεις της πορείας προς την άνοδό του στην εξουσία, επιχειρήσαμε μια ενδεικτική ανάλυση των κειμένων των κεντρικών προεκλογικών ομιλιών του Α. Τσίπρα στην Αθήνα: Μάιος – Ιούνιος 2012, Ιανουάριος 2015, Σεπτέμβριος 2015.

Αναλύσαμε επίσης το κείμενο του διαγγέλματος του πρωθυπουργού της 27ης Ιουνίου 2015, με το οποίο αναγγέλλει το δημοψήφισμα και το κείμενο της ομιλίας του κατά τη σχετική συζήτηση στη βουλή την επόμενη μέρα.

* Ο Στάμος Παπαστάμου & ο Γεράσιμος Προδρομίτης είναι καθηγητής και αναπληρωτής καθηγητής, αντίστοιχα, Πειραματικής Κοινωνικής Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.