Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την πολιτική της βούληση να διευκολύνει το έργο των οικονομικών εισαγγελέων στο ζήτημα της πάταξης της φοροδιαφυγής εκφράζει η κυβέρνηση μέσα από τη χθεσινή κατάθεση τροπολογίας του υπουργείου Δικαιοσύνης, η οποία δίνει τη «δυνατότητα αξιοποίησης αποδεικτικών μέσων, η χρήση των οποίων, με το υφιστάμενο νομικό καθεστώς, θα μπορούσε να εμποδιστεί».

Συγκεκριμένα, με την τροπολογία την οποία υπογράφει ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης Δημήτρης Παπαγγελόπουλος δίνεται το πράσινο φως για τη χρήση «παρανόμως κτηθέντος αποδεικτικού υλικού», όπως είναι για παράδειγμα λίστες με ονόματα καταθετών σε τράπεζες του εξωτερικού.

Αντίθετα με όσα γράφτηκαν σχετικά χθες σε ειδησεογραφικές ιστοσελίδες, η συγκεκριμένη διάταξη δεν αφορά τις περίφημες λίστες Λαγκάρντ και Μπόργιανς, οι οποίες αποκτήθηκαν νομίμως, αλλά περιπτώσεις που μπορεί να αποτελούν προϊόν κλοπής ή αγοράς.

Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει βάση στο επιχείρημα ότι η λίστα Λαγκάρντ δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις ως «παρανόμως κτηθείσα». Εστω και με κάποια χρόνια καθυστέρηση, το ελληνικό κράτος ακολουθεί τα χνάρια της Γερμανίας, στην οποία το ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης αποφάνθηκε τον Σεπτέμβριο του 2010 ότι η αξιοποίηση «παράνομων» CD συνάδει πλήρως προς το Σύνταγμα και τους νόμους.

Παρακάμπτεται ο «σκόπελος»

Με τη διάταξη που ψηφίστηκε χθες, ουσιαστικά παρακάμπτεται ο «σκόπελος» του άρθρου 177 παρ.2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κατά το οποίο «αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων εξαναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με απειλή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου».

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.

Σύμφωνα πλέον με τη νέα διάταξη: «Στις περιπτώσεις πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα, που υπάγονται στην αρμοδιότητα του εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, δεν εφαρμόζεται το συγκεκριμένο άρθρο».

Η χρήση του παραπάνω αποδεικτικού μέσου κατά την παραπομπή και τη δίκη γίνεται δεκτή εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι, πρώτον, «η βλάβη που προκαλείται με την κτήση είναι σημαντικά κατώτερη από τη βλάβη ή τον κίνδυνο που προκάλεσε η ερευνώμενη πράξη, δεύτερον ότι η απόδειξη της αλήθειας θα ήταν διαφορετικά αδύνατη και, τρίτον, ότι η πράξη με την οποία το αποδεικτικό μέσο αποκτήθηκε δεν προσβάλλει την ανθρώπινη αξία».

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, πρόκειται περί στάθμισης υπέρ του δημοσίου συμφέροντος καθώς το «κύρος της Δικαιοσύνης θίγεται στην περίπτωση όπου περιορίζεται υπερβολικά η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας σε βαθμό ώστε να καταλύεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη αξίωση για απονομή δικαιοσύνης».

Aντίδραση Βενιζέλου

Σχεδόν όλη η χθεσινή ομιλία του Ευάγγελου Βενιζέλου στη Βουλή για το σύμφωνο συμβίωσης αφιερώθηκε στη σφοδρή αντίδρασή του στην τροπολογία του υπουργείου Δικαιοσύνης.

«Η συγκεκριμένη διάταξη δεν έχει σχέση με τις διάφορες λίστες τύπου Λαγκάρντ» είπε (ορθά) ο τέως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, για να φτάσει στο συμπέρασμα πως «αν όμως είναι έτσι και έχει σχέση, τότε σημαίνει παρέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης».

Πρόσθεσε δε πως «αφού δεν υπάρχει ανάγκη για συγκεκριμένες υποθέσεις, κάτι άλλο συμβαίνει τώρα», χωρίς να εξηγήσει τι εννοεί. Επιπλέον, χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη τροπολογία κακό οιωνό για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, λέγοντας χαρακτηριστικά πως πρόκειται για παρεμβάσεις ύποπτες και καταλυτικές του κράτους δικαίου.