Το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων θα εξετάσει, αύριο, αν οι φωτογραφίες με τους 200 εκτελεσμένους κομμουνιστές στην Καισαριανή θα χαρακτηριστούν ως μνημείο της νεότερης ιστορίας. Και τούτο διότι ο χαρακτηρισμός είναι απαραίτητος για τη διεκδίκηση των φωτογραφιών ως ενιαίας συλλογής από το ελληνικό κράτος. Αυτό έγινε γνωστό χθες το απόγευμα από το υπουργείο Πολιτισμού, που αντέδρασε με χλιαρά έως ανύπαρκτα αντανακλαστικά για τα ιστορικά ντοκουμέντα με τους 200 της Καισαριανής, τα οποία για πρώτη φορά αποκαλύπτουν τα περήφανα πρόσωπα των κομμουνιστών που βαδίζουν προς τον θάνατο με υψωμένες γροθιές και σθένος αντάξιο του μύθου τους.
Τα κόμματα της Αριστεράς, φορείς, προσωπικότητες αντέδρασαν άμεσα για την ανάγκη μέριμνας από την πλευρά της πολιτείας για την απόκτηση των φωτογραφικών ντοκουμέντων. Αντίθετα, αφωνία από το κυβερνών κόμμα όπως και από την υπουργό Πολιτισμού. Η δήλωση του προέδρου της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη και του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη προηγήθηκαν της ανακοίνωσης του υπουργείου Πολιτισμού, που άργησε δύο 24ωρα να ευαισθητοποιηθεί. Σύμφωνα με διαρροές, υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του κ. Κακλαμάνη και της κ. Μενδώνη, η οποία βρίσκεται σε ταξίδι για ειδική ξενάγηση στο Μεγάλο Αιγυπτιακό Μουσείο, συνοδευόμενη από στελέχη του ΥΠΠΟ και εκπροσώπους του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Την ίδια στιγμή ανοίγει το ευρύτερο θέμα της αρχειακής πολιτικής και της ανάγκης δημιουργίας Εθνικού Αρχείου Φωτογραφιών για το οποίο δεν έχει επιδείξει καμία μέριμνα η πολιτική ηγεσία του ΥΠΠΟ. Πάντως η υπουργός φαίνεται να δεσμεύτηκε προς τον Νικήτα Κακλαμάνη ότι εφόσον οι φωτογραφίες αποκτηθούν, θα παραχωρηθούν στη Βουλή των Ελλήνων.

«Οι φωτογραφίες είναι σαν να υποκαθιστούν την ταφή που τους έπρεπε». Η Πηνελόπη Πετσίνη, φωτογράφος, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Φωτογραφίας και Οπτικοακουστικών Μέσων στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και ερευνήτρια με ενδιαφέροντα που εστιάζουν στη σχέση της φωτογραφίας με την ατομική και συλλογική μνήμη, την ιστορία και την πολιτική, μιλάει στην «Εφ.Συν.» για τη σημασία των συγκεκριμένων φωτογραφικών ντοκουμέντων.
«Με την επιφύλαξη να αποδειχθεί η γνησιότητά τους και θεωρώντας ότι κατά πάσα δυνατότητα είναι αυθεντικές, θεωρώ ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικά σημαντικό αρχείο για ένα εμβληματικό γεγονός το οποίο έχει αναπαρασταθεί και είναι μέρος της συλλογικής μας μνήμης. Είναι Πρωτομαγιά, είναι οι 200 της Καισαριανής που έχουν αποδοθεί σε ποιήματα, σε τραγούδια, σε χαρακτικά, στην πρόσφατη ταινία του Παντελή Βούλγαρη, χωρίς να έχουμε δει ποτέ μέχρι τώρα κάποιο φωτογραφικό ντοκουμέντο. Μου έκανε εντύπωση η τοποθέτηση του Ιάσονα Χανδρινού.
»Σε αυτά που έγραψε ταύτισε κατευθείαν τον μύθο του γεγονότος με τις εικόνες και τις διάβασε σαν επιβεβαίωση αυτού του μύθου. Βάδιζαν αγέρωχοι, με στητά κορμιά, υψωμένες γροθιές, στόματα μισάνοιχτα σαν να τραγουδούν. Ούτε εγώ μπορώ να τις δω έξω από όποια συναισθηματική και ιδεολογική επένδυση. Και νομίζω ότι αυτό είναι βασικό χαρακτηριστικό της φωτογραφίας, είτε είναι ντοκουμέντο είτε όχι. Η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή είναι εμβληματικό γεγονός. Για πρώτη φορά βλέπουμε αυτούς τους ανθρώπους λίγο πριν πεθάνουν. Και κάτι ακόμα. Βλέπουμε ανθρώπους που δεν έχουν ταφεί από τις οικογένειές τους. Οι δικοί τους δεν μπόρεσαν να τους θρηνήσουν, να τους πενθήσουν. Οι φωτογραφίες είναι σαν να υποκαθιστούν αυτή την ταφή, τη φροντίδα. Είναι σαν να γίνεται ένα υποκατάστατο του τάφου που δεν είχαν. Αυτές οι φωτογραφίες επιβεβαιώνουν τον μύθο και γίνονται χώρος ιδιωτικού και συλλογικού πένθους» δηλώνει στην «Εφ.Συν.».
Σε σχετική ερώτηση για την ανάγκη δημιουργίας φωτογραφικών αρχείων υπογραμμίζει η Πηνελόπη Πετσίνη: «Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στη χώρα. Υπάρχουν τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, τα ΑΣΚΙ, το Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη, του ΕΛΙΑ, αλλά είναι υποχρηματοδοτούμενα και δεν αξιοποιούνται. Δεν υπάρχει εθνική πολιτική για τα φωτογραφικά αρχεία. Μια δημόσια πολιτική πώς θα διαχειριζόμαστε αυτά τα σύγχρονα τεκμήρια που εμπεριέχουν πολύτιμα στοιχεία. Σε βάθος χρόνου αποκτούν μεγάλη σημασία και οι φωτογραφίες που αφορούν τη χούντα, τη μεταπολίτευση, ακόμα και εκείνες της δεκαετίας του ’80. Υπάρχει μεγάλη αγωνία στους φωτογράφους πού θα καταλήξουν τα αρχεία τους. Χρειάζεται σίγουρα μια δημόσια πολιτική ώστε να ξέρουν ότι μπορούν να δωρίσουν τα αρχεία τους χωρίς να κινδυνεύουν».
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΥΠΠΟ, αφού ελεγχθεί η αυθεντικότητα των φωτογραφιών θα ξεκινήσει η διεκδίκησή τους στην οποία υπάρχουν αρκετές νομικές περιπλοκές. «Είναι γνωστό και επαρκώς διερευνημένο θέμα μεταξύ ιστορικών της φωτογραφίας και της σύγχρονης ιστορίας η διακίνηση φωτογραφιών που τράβηξαν στρατιώτες του Γ’ Ράιχ σε χώρες τις οποίες είχε καταλάβει η ναζιστική Γερμανία» αναφέρει η ανακοίνωση. «Στις οργανώσεις Γερμανών βετεράνων που συστάθηκαν με στόχο την αποκατάσταση της δημόσιας εικόνας της Βέρμαχτ, στη μεταπολεμική γερμανική κοινωνία, δημιουργήθηκαν δίκτυα ανταλλαγής και ανατύπωσης φωτογραφιών που παρήχθησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου από επαγγελματίες και ερασιτέχνες φωτογράφους. Χαρακτηριστικότερη περίπτωση υπήρξε ο κύκλος του περιοδικού Wildente (Αγριόπαπια), που εξέδιδε ο Günther Heysing, δημοσιογράφος των Μονάδων Προπαγάνδας του Γκέμπελς. Οι συγκεκριμένες φωτογραφίες είναι πολύ πιθανόν να ανήκουν σε αυτές (ειδικώς εάν ληφθεί υπόψη η πίσω όψη των τυπωμένων φωτογραφιών, όπως εμφανίστηκε στο eΒay)».
Ετσι, το θέμα «Χαρακτηρισμός ή μη φωτογραφικών τεκμηρίων της εκτέλεσης των 200 πατριωτών στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944» εντάσσεται στην ημερήσια διάταξη της αυριανής συνεδρίασης του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων (18/2/26). «Η ολοκλήρωση του χαρακτηρισμού της συλλογής ως μνημείου αποτελεί το θεμέλιο για τη διεκδίκησή της από το ελληνικό κράτος. Εμπειρογνώμονες-στελέχη του ΥΠΠΟ έχουν ήδη έλθει σε επαφή με τον συλλέκτη. Τις επόμενες μέρες θα τον επισκεφθούν στην έδρα του, στη Γάνδη του Βελγίου, προκειμένου να αποτιμήσουν: Την αυθεντικότητα και τη νομιμότητα της προέλευσης, καθώς και τη σημασία και την αξία της συλλογής. Εάν η αυθεντικότητα και η νόμιμη προέλευση της συλλογής τεκμηριώνονται, το Υπουργείο Πολιτισμού θα οριστικοποιήσει άμεσα διά της κατάλληλης νομικής οδού τα μέτρα για την απόκτησή της», καταλήγει η ανακοίνωση.
