Πώς αντιλαμβάνονται οι Ελληνίδες και οι Ελληνες πολίτες την ποιότητα ζωής τους σήμερα; Αυτό είναι το αντικείμενο της Κοινωνικής Ερευνας που διεξάγει για τρίτη χρονιά το Ινστιτούτο ΕΝΑ, σε συνεργασία με την εταιρεία ερευνών Prorata.
Σε μια περίοδο έντονης δυσπιστίας απέναντι στο πολιτικό σύστημα και ιδιαίτερα χαμηλής εμπιστοσύνης προς τους περισσότερους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς, έχει σημασία να καταγραφούν οι απόψεις της κοινής γνώμης γύρω από ζητήματα που σχετίζονται με την καθημερινότητα των πολιτών και το πώς αποτιμούν γενικότερα την ποιότητα του βίου τους. Ποια είναι τα συναισθήματα που κυριαρχούν στους ερωτώμενους; Τι αντιλαμβάνονται ως κυρίαρχο κριτήριο ευημερίας ή ποιότητας ζωής; Πώς αποτιμούν το επίπεδο της ζωής τους, αλλά και της οικονομίας γενικά; Ποιες θεματικές αναδεικνύονται ως βασικά προβλήματα που τους απασχολούν;
Λίγο πάνω από το 50% των ερωτώμενων δηλώνουν ότι κυρίαρχο συναίσθημα είναι η απογοήτευση, η οποία συνοδεύεται από τον θυμό, την απελπισία και την αποστροφή. Πρόκειται για αρνητικά συναισθήματα που συνδέονται με ένα αίσθημα εγκλωβισμού, ματαίωσης και κόπωσης, το οποίο παραπέμπει σε ένα συνολικό έλλειμμα προοπτικής. Με την εξαίρεση ίσως του θυμού, πρόκειται για συναισθήματα που οδηγούν κυρίως σε παθητικότητα και όχι σε δράση. Αντίθετα, η αισιοδοξία και η ελπίδα εμφανίζονται σε χαμηλότερα ποσοστά (12%-13%), κάτι που επιβεβαιώνει ότι ο αρνητισμός συνιστά μια εδραιωμένη κοινωνική πραγματικότητα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ευημερία ή η ευζωία αποτιμάται από το 74% των ερωτηθέντων ως δυνατότητα ζωής χωρίς οικονομικές ανησυχίες, ενώ περίπου οι μισοί δηλώνουν ότι αφορά και τη δυνατότητα πρόσβασης σε υψηλής ποιότητας αγαθά και υπηρεσίες – από την υγειονομική περίθαλψη μέχρι την εκπαίδευση. Ενας στους τρεις θεωρεί βασικό στοιχείο της ευημερίας το να περνά ποιοτικό χρόνο με τους δικούς του ανθρώπους και να νιώθει εσωτερική ηρεμία και ευτυχία. Τα δύο πρώτα κριτήρια αφορούν προφανώς τους υλικούς όρους αναπαραγωγής και τις οικονομικές ανάγκες, ενώ τα δύο τελευταία εστιάζουν στην οικογένεια και στους φίλους, αλλά και στην ατομική διεκδίκηση της ευτυχίας (το 43% το θεωρεί προσωπική υπόθεση). Εντυπωσιακό είναι ότι μονοψήφια ποσοστά συγκεντρώνουν απαντήσεις όπως το «να δημιουργήσω οικογένεια» και το «να βρίσκομαι σε σχέση» – ένδειξη μιας κρίσης προσδοκιών που επηρεάζει και τις διαπροσωπικές σχέσεις αλλά και τους ατομικούς προγραμματισμούς.
Στη συνάφεια αυτή, 3 στους 10 θεωρούν το επίπεδο ζωής τους υποβαθμισμένο και 2 στους 10 ελλειμματικό. Οι μισοί έχουν αρνητική θεώρηση της σημερινής κατάστασής τους. Μόνο το 22% την αξιολογεί ως ικανοποιητική και μόλις 1% ως καταπληκτική, ενώ το 28% την περιγράφει ως ανεκτή ή ισορροπημένη. Επικρατεί δηλαδή ένα γενικευμένο αίσθημα στασιμότητας και απογοήτευσης. Δεν είναι τυχαίο, τέλος, ότι το 62% θεωρεί την ακρίβεια το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα – με δεύτερο τη διαφθορά και τα ζητήματα διαφάνειας (43%). Το εύρημα αυτό αποτυπώνει τη διαρκή οικονομική ανασφάλεια που διατρέχει την ελληνική κοινωνία. Οταν η πλειοψηφία τοποθετεί το πρόβλημα της ακρίβειας πάνω από κάθε άλλο –και μάλιστα με τόσο μεγάλη διαφορά–, γίνεται σαφές ότι η οικονομική πίεση και η αβεβαιότητα αποτελούν δομικά στοιχεία της καθημερινότητας. Αλλωστε, το 55% θεωρεί πως η οικονομική κατάσταση της χώρας θα επιδεινωθεί τον επόμενο χρόνο, ενώ μόλις 11% πιστεύει ότι θα βελτιωθεί.
Ως εκ τούτου, σε ό,τι αφορά την ποιότητα ζωής, μόλις το 16% θεωρεί ότι οι πολιτικές της κυβέρνησης την έχουν βελτιώσει σε ατομικό επίπεδο. Αντίθετα, για το 73%, η έμφαση στην «ευτυχία» και την «ποιότητα» δεν ανταποκρίνεται στις δυσκολίες της καθημερινότητας, ενώ για το 74% η καθημερινότητα συνοδεύεται από ένα αίσθημα μιζέριας. Αυτό το αίσθημα μιζέριας ενισχύεται από την παρακολούθηση ειδήσεων και τη χρήση κοινωνικών μέσων και μετατρέπεται σε μια «κουλτούρα μιζέριας», ιδίως όταν η κριτική προς την κυβέρνηση δεν συνοδεύεται από πολιτική συμμετοχή ή προτάσεις βελτίωσης της κατάστασης.
Το 50% των ερωτώμενων δεν αποδέχεται τη μοιρολατρία ενός προκαθορισμένου μέλλοντος και πιστεύει στη δυνατότητα αλλαγής, ενώ το 70% επιθυμεί να απολαμβάνει προσωπική ελευθερία και αυτονομία. Εννιά στους δέκα θεωρούν ότι το κράτος έχει την ευθύνη να διασφαλίζει συνθήκες ευτυχίας για τους πολίτες. Εδώ προκύπτει ένα συνηθισμένο μοτίβο, όπως και σε προηγούμενες έρευνες του ΕΝΑ: η συνύπαρξη διάθεσης για αλλαγή στην κοινωνία με την απουσία πολιτικής διεξόδου.
Τέλος, δεδομένης και της περιόδου που διανύουμε, καταλυτική είναι η σύγκριση όταν οι ερωτώμενοι καλούνται να αξιολογήσουν την κατάστασή τους σε σχέση με αυτή των τουριστών: το 82% θεωρεί ότι η εικόνα της χώρας που έχουν οι τουρίστες δεν αποτυπώνει τις δυσκολίες της καθημερινότητας των κατοίκων της, το 73% δεν θεωρεί ότι είναι εύκολο για τους μόνιμους κατοίκους να βιώνουν τη χώρα όπως οι τουρίστες, ενώ για το 88% το κόστος ζωής είναι υπερβολικό για τους πρώτους. Ο υπερτουρισμός, επομένως, ως συνθήκη που πλέον χαρακτηρίζει την Ελλάδα, διαμορφώνει –μέσω της σύγκρισης– συναισθήματα σχετικής αποστέρησης για τους μόνιμους κατοίκους, εντείνοντας έτσι τη δυσφορία των τελευταίων.
Τα ευρήματα της έρευνας «φωτίζουν» το χάσμα ανάμεσα στον επίσημο δημόσιο λόγο και σε ορισμένα από τα βιώματα των πολιτών. Η επικράτηση συναισθημάτων όπως η απογοήτευση, η ανασφάλεια και η γενικότερη αίσθηση στασιμότητας υπογραμμίζουν την αδυναμία των παραδοσιακών δεικτών «ευημερίας» να λειτουργήσουν ως ουσιαστικό κριτήριο κοινωνικής προόδου και συνοχής. Η κρίση εμπιστοσύνης τροφοδοτείται από την κοινωνική δυσαρέσκεια και γειώνεται σε έναν πεσιμισμό που εκκινεί από επίδικα υλικής αναπαραγωγής και ανάγεται σε ατομικές και συλλογικές αναπαραστάσεις.
*Επίκουρος καθηγητής ΔΠΘ, συντονιστής Κύκλου Πολιτικής Ανάλυσης Ινστιτούτου ΕΝΑ
**Υποψήφια διδάκτορας Πανεπιστημίου Αιγαίου, συντονίστρια Ομάδας Τουρισμού, Νησιωτικότητας και Γαλάζιας Οικονομίας Ινστιτούτου ΕΝΑ
● Ολη η έρευνα θα δημοσιευτεί τις επόμενες ημέρες στον ιστότοπο του Ινστιτούτου ΕΝΑ www.enainstitute.org
● Στην έρευνα συνέβαλαν οι ερευνητές Δημήτρης Σουδίας και Φίλιππος Κατσίνας
