Η είδηση δεν είχε καμιά τύχη στα ελληνικά ΜΜΕ, αφορά το Βέλγιο, την κατά συνθήκην καρδιά της Ε.Ε., και είναι διπλής ανάγνωσης ως προς το μέλλον της ενημέρωσης, ιδιαίτερα της έντυπης. Στα μέσα Δεκεμβρίου η βελγική κυβέρνηση κατέληξε σε έναν εσωτερικό συμβιβασμό όσον αφορά τον τρόπο επιδότησης της διανομής των εφημερίδων και των περιοδικών σε όλη τη χώρα, ιδιαίτερα στις αραιοκατοικημένες περιοχές, χωριά και κοινότητες με κάτω από 225 κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο.
Το θέμα αυτό την είχε φέρει σε σύγκρουση με τους εκδότες εφημερίδων και περιοδικών, με τις ίδιες απομακρυσμένες κοινότητες που αποκλείονταν εν μέρει από το αγαθό της ενημέρωσης, αλλά και με τα συνδικάτα της δημόσιας ταχυδρομικής υπηρεσίας BPost, που μέχρι τώρα κάλυπτε με κρατική επιδότηση τη διανομή των εφημερίδων και περιοδικών σε κάθε γωνιά της χώρας.
Αυτό το μακρόχρονο καθεστώς διανομής, που εξασφάλιζε ότι η εφημερίδα θα φτάσει στην ώρα της και στο τελευταίο χωριό, ανατράπηκε με την ιδιωτικοποίηση της διανομής. Η δημόσια Bpost έχασε τον σχετικό διαγωνισμό (και την αντίστοιχη επιδότηση) τον οποίο κέρδισαν δυο ιδιωτικοί όμιλοι: η PPP για τις εφημερίδες (όμιλος με παρουσία σε άλλες τέσσερις χώρες της Ε.Ε.) και η Proximy για τα περιοδικά.
Η δυσφορία των εκδοτών
Οι εκδότες εξέφρασαν από την αρχή τη δυσφορία τους για την εξέλιξη, προεξοφλώντας ότι η ιδιωτική εταιρεία, με κριτήρια κόστους, δεν πρόκειται να στείλει τις εφημερίδες στα απομακρυσμένα χωριά και στις αραιοκατοικημένες αγροτικές περιοχές της χώρας.
«Ο ιδιώτης δεν πρόκειται να διασχίσει 20 χιλιόμετρα για 10 εφημερίδες, κι αν το κάνει δεν θα τις πάρουμε το πρωί, αλλά μετά τις 4 το απόγευμα», διαμαρτυρόταν ένας πρώην ταχυδρόμος και αφοσιωμένος αναγνώστης εφημερίδων σε χαρτί, σε ένα από τα πάμπολλα ρεπορτάζ που φιλοξένησαν τα βελγικά ΜΜΕ τις μέρες της διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης με εκδότες και διανομείς και του μαραθωνίου ζυμώσεων εντός του κυβερνητικού συνασπισμού για την αναζήτηση συμβιβασμού.
Αυτό που φοβόταν ο «πιστός αναγνώστης» δεν ήταν εικασία, αλλά αναπόφευκτη εξέλιξη, αφού η ιδιωτική εταιρεία PPP είχε ξεκαθαρίσει ότι θα καλύψει μεν τη διανομή εφημερίδων στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά στις υπόλοιπες περιοχές θα στείλει έντυπα σε συνδρομητές και σημεία πώλησης μόνο αν καλυπτόταν το κόστος, επομένως αν έπαιρνε τουλάχιστον την κρατική επιδότηση που για χρόνια έπαιρνε η Bpost.
Η λύση που δόθηκε, προς το παρόν, είναι η έμμεση επιδότηση των δύο ιδιωτικών εταιρειών διανομής εφημερίδων και περιοδικών μέσω της παροχής έκπτωσης φόρου για την επόμενη τριετία. Μέχρι σήμερα η στήριξη της διανομής μέσω της Bpost κόστιζε 124 εκατ. ευρώ τον χρόνο στον κρατικό προϋπολογισμό, και η απώλεια αυτού του ποσού εκτιμάται ότι θα θέσει σε δοκιμασία τα δημόσια ταχυδρομεία και χιλιάδες θέσεις εργασίας σε αυτά.
Η φορολογική επιδότηση στους ιδιώτες της διανομής θα κοστίσει λιγότερο και θα επικεντρωθεί στις πιο αραιοκατοικημένες περιοχές, κυρίως στη Βαλονία, όπου η μέση πυκνότητα πληθυσμού ανά δήμο είναι 218 κάτοικοι ανά km². Η επιδότηση θα περιοριστεί στα 80 εκατ. τον χρόνο μέχρι και το 2026. Στο επόμενο εξάμηνο, εκδότες και διανομείς πρέπει να συμφωνήσουν τον τρόπο διανομής.
Παρ’ όλα αυτά, οι εκδότες των βελγικών εφημερίδων είναι στα κάγκελα. «Ποτέ τα τελευταία τριάντα χρόνια δεν ελήφθη μια απόφαση για τόσο σοβαρό ζήτημα, τόσο κακά προετοιμασμένη και μελετημένη… Θέτει σε κίνδυνο το μέλλον των εφημερίδων», δήλωσε χαρακτηριστικά ο François le Hodey, διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου IPM, πρόεδρος της lapresse.be, της συμμαχίας των γαλλόφωνων εκδοτών καθημερινών εφημερίδων.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι εκδότες του φλαμανδικού Τύπου. Οσο για τα δημόσια ταχυδρομεία, την Bpost, για το επόμενο εξάμηνο θα επιχειρήσουν να αποδείξουν πόσο αναντικατάστατα είναι: πρώτον, συνεχίζοντας τη διανομή με την ολιγόμηνη παράταση της επιδότησης από το κράτος με περίπου 50 εκατ. ευρώ και, δεύτερον, με τη διαπραγμάτευση με εκδότες και διανομείς ώστε να εξασφαλίσουν ρόλο και στην επόμενη μέρα.
Το παράδειγμα του Βελγίου και ο σιωπηρός διωγμός του Τύπου στην Ελλάδα
Στο Βέλγιο, θεωρείται αυτονόητη η επιδότηση κάθε εφημερίδας για να φτάσει, ταχυδρομικά ή σε φυσικά σημεία πώλησης, και στο τελευταίο χωριό. Η δαπάνη αυτή αντιμετωπίζεται ως θέμα δημοκρατίας και ελευθεροτυπίας. Στην Ελλάδα ώς πότε θα θεωρείται αδιανόητο κάτι τέτοιο και αυτονόητη η εξαφάνιση των εφημερίδων στο όνομα της «αυτορρύθμισης» της αγοράς;
Ολη αυτή η εξέλιξη θα φαινόταν πολύ μακρινή και αδιάφορη αν δεν οδηγούσε σε μερικές απογοητευτικές συγκρίσεις και διαπιστώσεις για την Ελλάδα και τον τρόπο που η πολιτεία αντιμετωπίζει το μέλλον του Τύπου και της ενημέρωσης. Το Βέλγιο είναι μια ισχυρή οικονομία, με στέρεη βιομηχανική βάση, με έκταση περίπου στο 25% της Ελλάδας και πληθυσμό λίγο μεγαλύτερο από τον ελληνικό (11,7 εκατ. κατ’ εκτίμηση, έναντι 10,4 εκατ. της Ελλάδας, σύμφωνα με την τελευταία εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ).
Καθημερινά στο Βέλγιο πωλούνται πάνω από 1 εκατ. εφημερίδες και οι 600.000 από αυτές φτάνουν πρωί πρωί στα γραμματοκιβώτια ισάριθμων βελγικών νοικοκυριών. Δηλαδή, 1 στους 11 κατοίκους της χώρας ξεφυλλίζει κάθε μέρα την εφημερίδα του! Κι αυτό, παρά την «ψηφιακή μετάβαση» των ΜΜΕ, που στη χώρα μας προβάλλεται ως άλλοθι για τον ιδιότυπο, σιωπηρό διωγμό των χάρτινων εφημερίδων.
Υποθέτουμε ότι ουδείς τολμά να κατηγορήσει το Βέλγιο για… ψηφιακή υστέρηση και τους Βέλγους εκδότες για τεχνολογική δυστροπία και προσκόλληση στην αναλογική, χάρτινη εποχή.
Ωστόσο, η παραλαβή κάθε πρωί της εφημερίδας, ταχυδρομικά ή από σημεία πώλησης, για τόσες εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά στο Βέλγιο είναι μια «ιεροτελεστία» ενημέρωσης που στηρίχτηκε για πολλά χρόνια στη γενναιόδωρη κρατική επιδότηση. Και είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και τώρα, παρά την ιδιωτικοποίηση της ταχυδρομικής διανομής, η βελγική κυβέρνηση δεν διανοήθηκε να κόψει πλήρως τη χρηματοδότηση της αποστολής των εφημερίδων στα πιο απομακρυσμένα χωριά, αποφασίζοντας την έμμεση φορολογική επιδότηση.
Στην Ελλάδα των 132.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, των 10,4 εκατ. κατοίκων, των 332 δήμων και των 100 και πλέον κατοικημένων νησιών, καθημερινά πωλούνται ή ταχυδρομούνται λιγότερα από 80.000 φύλλα εφημερίδων πολιτικών και αθλητικών (από πενταπλάσια πριν 15 χρόνια!). Ακόμη κι αυτό το στοιχείο, βέβαια, έχει γίνει ένα ιδιότυπο top secret, αφού οι περισσότεροι μεγάλοι και μικροί εκδοτικοί όμιλοι έχουν αυτοεξαιρεθεί από την καθημερινή μέτρηση της κυκλοφορίας των εφημερίδων, μέσω του μοναδικού πρακτορείου διανομής, που ανήκει σε ιδιοκτήτη ΜΜΕ (Ομιλος Μαρινάκη). Η «Εφημερίδα των Συντακτών» είναι από τα πολύ λίγα Μέσα πλέον που επιμένουν να εκτίθενται στη διαφάνεια της μέτρησης.
Αλλά στις απογοητευτικές επιδόσεις της κυκλοφορίας των εφημερίδων στην Ελλάδα δεν αποτυπώνεται μόνο η μαζική (και φυσιολογική) στροφή των πολιτών στη διαδικτυακή ενημέρωση, αλλά ακόμη δύο στοιχεία:
1. Η δραματική συρρίκνωση των σημείων πώλησης (περιπτέρων, ψιλικατζίδικων, πρακτορείων Τύπου, μίνι μάρκετ κ.λπ.), που από 15.000 σε όλη την επικράτεια προ του 2010 έφτασαν σε περίπου 4.000 σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του ίδιου του μονοπωλίου διανομής, συγκεντρωμένα σε μεγάλα αστικά κέντρα και κωμοπόλεις.
2. Η παντελής αδιαφορία του κράτους για το αν η πρόσβαση στο δημόσιο αγαθό της ενημέρωσης, και στη μορφή του χαρτιού, εξασφαλίζεται για κάθε πολίτη, σε κάθε κατοικημένη περιοχή της επικράτειας. Πρακτικά, πάνω από το 50% της κατοικούμενης ελληνικής επικράτειας είναι χωρίς σημεία πώλησης εφημερίδων και περιοδικών. Θα ήταν ανεκτό αυτό αν αφορούσε τη ραδιοτηλεοπτική κάλυψη ή την πρόσβαση στο Διαδίκτυο;
Οταν σε χώρες όπως το Βέλγιο, παρά την υποχώρηση που και εκεί καταγράφεται, θεωρείται αυτονόητη η επιδότηση της ταχυδρόμησης κάθε εφημερίδας με περίπου 60 λεπτά τη μέρα και αντιμετωπίζεται ως θέμα δημοκρατίας και ελευθεροτυπίας η δαπάνη τουλάχιστον 100 εκατ. τον χρόνο για να φτάσει η εφημερίδα, ταχυδρομικά ή σε φυσικά σημεία πώλησης, και στο τελευταίο χωριό, είναι λογικό οι κυκλοφορίες να κινούνται σε βιώσιμα επίπεδα, παρά τον ψηφιακό μετασχηματισμό των ΜΜΕ. Στην Ελλάδα ώς πότε θα θεωρείται αδιανόητο κάτι τέτοιο και αυτονόητη η εξαφάνιση των εφημερίδων στο όνομα της «αυτορρύθμισης» της αγοράς;
Ποια είπαμε ότι είναι η κατάταξη της Ελλάδας στον διεθνή Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου, των «Δημοσιογράφων χωρίς Σύνορα»; Θέση 108; Και πολύ ψηλά είναι, αν ληφθούν υπόψη και τα εμπόδια που τίθενται στην ελεύθερη κυκλοφορία του.
Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για τις ενώσεις των ΜΜΕ (δημοσιογράφων, τεχνικών, διοικητικών, διανομέων, ιδιοκτητών) προς την κυβέρνηση Μητσοτάκη που σφυρίζει αδιάφορα για τον σιωπηρό διωγμό του χάρτινου Τύπου. Για τον οποίο, ως «Εφ.Συν.», δεν πρόκειται να σιωπήσουμε.
