Μια ιστορική μορφή του εργατικού κινήματος και της επαναστατικής διεθνιστικής Αριστεράς και ένας πολύ ζεστός και αισιόδοξος άνθρωπος, ο πολυγραφότατος τροτσκιστής Δημήτρης Λιβιεράτος, πέθανε την περασμένη Παρασκευή στα 96 του χρόνια έχοντας ζήσει μια σχεδόν μυθιστορηματική ζωή. Συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση ως μέλος του Επαναστατικού Σοσιαλιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΕΣΚΚΕ), πολέμησε στα Δεκεμβριανά, δραστηριοποιήθηκε μαζί με το Μιχάλη Ράπτη-Πάμπλο στην Αλγερινή Επανάσταση (1959-62) σε παράνομο δίκτυο για την κατασκευή εργοστασίων παραγωγής όπλων στο Μαρόκο, αργότερα ήταν από τους πρωτεργάτες της πρώτης αντιδικτατορικής οργάνωσης, μεταπολιτευτικά υπήρξε συνιδρυτικό μέλος του ΠΑΣΟΚ και μέλος του Εκτελεστικού του Γραφείου μέχρι το 1976 οπότε και αποχώρησε για να αφοσιωθεί στη συγγραφή της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος, ενώ διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Αρχείου Ιστορίας των Συνδικάτων της ΓΣΕΕ.
Ο Λιβιεράτος γεννήθηκε το 1927 στην Αθήνα. Το 1944 φοίτησε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών του ΕΛΑΣ και εν συνεχεία πολέμησε στα Δεκεμβριανά με το 1ο Τάγμα του 4ου Συντάγματος της 2ης Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ. Τον Ιούλιο του 1946 συμμετείχε στο «ενοποιητικό συνέδριο» όλων των ελληνικών τροτσκιστικών οργανώσεων, που «πραγματοποιήθηκε σε μια χαράδρα της Πεντέλης», καθώς επίσης στη δημιουργία του ενιαίου κόμματος που προέκυψε από αυτό το συνέδριο, με την ονομασία Κομμουνιστικό Διεθνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΔΚΕ). Για τη δράση του εξορίστηκε στη Μακρόνησο. Στη συνέχεια μετείχε στο Κίνημα Ελεύθερου Συνδικαλισμού (1951) και στο Δημοκρατικό Συνδικαλιστικό Κίνημα (1955).
Μαζί με τον Μιχάλη Ράπτη και τον μηχανισμό της 4ης Διεθνούς, δραστηριοποιήθηκαν στην Αλγερινή Επανάσταση (1959-62) στο Μαρόκο, όπου μια ομάδα περίπου τετρακοσίων ατόμων -Αλγερινοί, Ευρωπαίοι, Λατινοαμερικανοί και άλλοι- κατασκεύασε και λειτούργησε με επιτυχία τα εργοστάσια που προμήθευαν με όπλα τους Αλγερινούς ενάντια στις γαλλικές αποικιοκρατικές δυνάμεις. Το βιβλίο του «Το Αόρατο Εργοστάσιο της Επανάστασης» (1965), εκτός από μια προσωπική μαρτυρία για την περίοδο εκείνη, αποτελεί και ένα σημαντικό τεκμήριο διεθνιστικής Ιστορίας. Εκδόθηκε στην τελική του μορφή το 2001 (38 χρόνια αργότερα από τότε που το έγραψε) από τις εκδόσεις «Μαύρη Λίστα». Ο συγγραφέας αφιέρωσε τότε το βιβλίο «Στο Μιχάλη Ράπτη (Πάμπλο) και στην Ελλη Δυοβουνιώτη που αγωνίστηκαν όλη τη ζωή τους για τους αδικημένους, πάντα ανιδιοτελώς. Δυστυχώς δεν ζουν να δουν τυπωμένη αυτή την ιστορία τους».
Το 1962 είχε κυκλοφορήσει το πρώτο του βιβλίο «Μαύρη Ηπειρος», μια εισαγωγή στην ιστορία της Αφρικής και μια κριτική στην αποικιοκρατία. Παρότι επαναστάτης κομμουνιστής, δεν έκοψε ποτέ τις γέφυρες με την αριστερή σοσιαλδημοκρατία. Μετά την επιβολή της χούντας, αποτέλεσε έναν από τους πρωτεργάτες της πρώτης αντιδικτατορικής οργάνωσης, το 1967, της ΔΕΑ (Δημοκρατικές Επιτροπές Αντίστασης). Τελικά διέφυγε στη Δυτική Γερμανία, όπου συνεργάστηκε με το ΠΑΚ του Ανδρέα Παπανδρέου.
Μεταπολιτευτικά ο Λιβιεράτος υπήρξε συνιδρυτικό μέλος του ΠΑΣΟΚ, συμμετέχοντας και στο Εκτελεστικό Γραφείο και ήταν υπεύθυνος του Κέντρου Μελετών και Διαφώτισης (ΚΕΜΕΔΙΑ), μέσω του οποίου προέβαλλε την πολιτική πρόταση της αυτο-οργάνωσης και των Επιτροπών Πρωτοβουλίας. «Σε μια συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής ετέθη το ζήτημα αν πάμε για την κυβέρνηση ή για την εξουσία. Εκεί ο Ανδρέας εξέφρασε την άποψη ότι θα πάμε για την κυβέρνηση, η οποία θα προασπίσει την Ελλάδα κτλ. Εγώ είπα ότι εμείς πάμε για την εξουσία. Μπορεί να αργήσουμε λιγάκι, αλλά θα πάρουμε την εξουσία. Αλλο εξουσία και άλλο κυβέρνηση. Την εξουσία την παίρνει ο λαός. Εχει τις δικές του επιτροπές, τα δικά του όργανα. Αντίθετα, στην κυβέρνηση αναλαμβάνουμε έναν παλαιό μηχανισμό. Μπορούμε, όμως, να τον ελέγξουμε;», έλεγε ο ίδιος σε συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.» («Στις τοπικές του ΠΑΣΟΚ είχαν στον τοίχο μαζί Βελουχιώτη, Βενιζέλο και Λένιν», 3/9/2014, Δημήτρης Κατσορίδας και Δημήτρης Τρίμης).
Αποχώρησε από το ΠΑΣΟΚ τον Ιούλιο του 1976. Οταν οι νεότεροι τον ρωτούσαν τι προσέφερε το ΠΑΣΟΚ, ο ίδιος συνήθιζε να λέει: «Εκανε τη δημοκρατία στη βάση, σε όλη τη χώρα και έφερε στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα του σοσιαλισμού. Ξέρεις τι πάει να πει να πας στη Μάνη και να διαβάζεις κόκκινη εφημερίδα; Παλιά, εκεί, θα έβγαινες μαχαιρωμένος», ενώ υποστήριζε πως η πρώτη τετραετία του ΠΑΣΟΚ ήταν αφιερωμένη στο να άρει την παντοδυναμία της Χωροφυλακής από άκρη σε άκρη αυτής της χώρας και αυτό το κατάφερε. Πίστευε ότι οι νέοι ριζοσπαστικοποιημένοι εργάτες πρέπει να γνωρίζουν την ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος και έτσι μετατράπηκε σε έναν «οργανικό διανοούμενο» της εργατικής τάξης.
Το έργο που τον καθιέρωσε στις ιστορικές σπουδές είναι η τετράτομη σειρά για την ιστορία του εργατικού κινήματος. («Το ελληνικό εργατικό κίνημα (1918-1923), «Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα», ο τρίτος τόμος για την περίοδο 1927-1932 και ο τελευταίος για την περίοδο 1933-1936 που κυκλοφόρησε το 1994).
Αλλα έργα του είναι: «Ιούλης ’65. Η έκρηξη» (μαζί με τον Γ. Καραμπελιά), «Παντελής Πουλιόπουλος. Ενας διανοούμενος επαναστάτης», «Νίκος Καραγιάννης 1904-1969» (αδημοσίευτο κείμενο), «Τα Συνέδρια της ΓΣΕΕ», «Η Εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα (1890-1999)», «Το Αόρατο Εργοστάσιο της Επανάστασης (1959-1962)», «Ο ελληνικός τροτσκισμός. Ενα χρονικό 1923-1946» (μαζί με τους Δ. Κατσορίδα και Κ. Παλούκη), «Η κίνηση των 115. Κοινωνικοί αγώνες 1962-1967», «Μεγάλες ώρες της εργατικής τάξης: ΕΚΑ 1910-1916», Εργατικό ΕΑΜ 1941, ΕΡΓΑΣ 1945», «Τα Πετράλωνα κάποτε, τα Πετράλωνα που ζήσαμε». Μία από τις τελευταίες του συνεντεύξεις ήταν και πάλι στην «Εφ.Συν.» (29.4.2022, «Θα έλθει το κύμα και θα ξανανέβει το εργατικό κίνημα», Χριστίνα Κοψίνη).
Ανακοινώσεις για τον θάνατο του «συντρόφου Μίμη» εξέδωσαν πολλές οργανώσεις και κόμματα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, μεταξύ των οποίων το ΣΕΚ και η Εργατική Αλληλεγγύη, το ΝΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως και τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας. Ενεργός μέχρι το τέλος στους κοινωνικούς αγώνες, ενώ η τελευταία φωτογραφία του είναι από τις εκλογές της 21ης Μαΐου στο τραπεζάκι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στα αγαπημένα του Πετράλωνα.
