ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασίλης Βασιλικός*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στα Ποιήματα του Παναγούλη εκείνο που βαραίνει είναι η πίστη του στον Αγώνα, στη Ζωή. «Σπίθα φεγγίζει μες το σκοτάδι νέοι αγώνες σε προσκαλούν». Κι αυτό που κάνει τα ποιήματα αγωνιστικά είναι που δεν θέτει την ποίηση σαν αυτοσκοπό, αλλά σαν μέσο.

Τα έγραψε στην παρανομία και στη φυλακή. Οταν, δηλαδή, δεν μπορούσε να δράσει. Γιατί, όπως λέει ο ίδιος: «Μόνο το πέρασμα στην περιοχή της δράσης φέρνει μαζί του την ελπίδα της αυγής».

Κι αλλού θα μας πει: «Καλή η λογική κι η σωφροσύνη όταν όμως υπάρχει λευτεριά». Και η λογική αυτό που κάνει είναι ότι φωνάζει: «Αδικα χτυπιέται η πίστη με τ’ ατσάλι». Μ’ άλλα λόγια: με τα τανκς θα τα βάλετε εσείς οι ιδεολόγοι;

Αλλά κι αυτούς τους «λογικούς» ο πραγματικός αγωνιστής πρέπει να τους καταλαβαίνει: «Μην καταριέστε τους δειλούς που δίστασαν να μπούνε στον αγώνα. Λυπηθείτε τους και συνεχίστε τον δρόμο μας».

Κι ο αγώνας είναι πολύμορφος. Για τον Παναγούλη, «Στο βωμό της προσφοράς, ο πόνος ζυγίζει το ίδιο με τη δράση». Γι’ αυτό συμβουλεύει: «Συνέχισε να πονάς, ολοκλήρωσε την προσφορά σου».

Κι όσο πιο σκληρή είναι η χούντα, όσο πιο αμείλικτη, τόσο καλύτερα για τον αγωνιστή. Αλίμονο στο μαλάκωμα, στη δεύτερη φάση, στη δικτατόρευση αντί στη δικτατορία: «Η χτηνωδία σας μας βιάζει στο ανέβασμα του Γολγοθά οδηγώντας μας στην Ανάσταση».

Κι εδώ ο χριστιανικός Παναγούλης μοιάζει με τους χριστιανούς αγωνιστές της Λατινικής Αμερικής. Δανείζεται σύμβολα απ’ το χριστιανικό οπλοστάσιο για να εκφράσει την πίστη του στην τελική νίκη, στην αυγή:

Ο Γολγοθάς ας είναι μες τη φάτνη

Μάγοι ας κουβαλάνε τα καρφιά

Παράμερα ας σκάβονται οι λάκοι

Ετοιμος ο Σταυρός ας καρτερά

Κι όπως ο μεγάλος Καζαντζάκης μας εξέφρασε με το ίδιο πάθος την ίδια ιδέα, ο Παναγούλης λέει: «Μη σας τρομάζει, φέρτε την ιδέα, ας την περιμένει έτοιμος ο Σταυρός».

Κι ωστόσο μες στην ψυχή του ποιητή ενεδρεύουν οι μελανιές στον χάρτη, οι μαύρες εικόνες κληρονομημένες απ’ τη δραματική ιστορία του τόπου του: «Σακατεμένες ψυχές αραγμένες σ’ ανέλπιστες κρύες ακτές». Κι αλλού: «Για όπλο μου μονάχα λίγους σπόρους αίμα και δάκρυα για λίπασμα αρκούν». Κι ο δεσμώτης μόνο με τον Δεσμώτη μιλά: «Προμηθέα, μόνο σε σένα προσεύχομαι… Αφουγκράσου… Το σκοτάδι με πάθος παλεύει για να σβήσει το ύστερο φως». Και σαν μια απελπισμένη κραυγή, επικαλείται: «Ονειρα, πάρτε νέα μορφή. Ενας καινούργιος δρόμος ας βρεθεί, έστω και τώρα». Μα τι συμβαίνει, τι πάθαμε, μοιάζει να αναρωτιέται ο ποιητής σε στιγμές αποθάρρυνσης. Και μόνος του απαντά στον εαυτό του:

Είναι ο Λαός για λίγο σαστισμένος

μα πάλι με ελπίδα καρτερά

σαν βλέπει τον αγώνα θεριεμένο

που σύμβολα αρχίζει να γεννά.

Και πάλι ο αγώνας, η ελπίδα, η αυγή. Αυτός ο αγωνιστής, μέσα απ’ τον υγρό, τσιμεντένιο τάφο της φυλακής του, δεν το βάζει κάτω. Ωσπου εκεί που κορυφώνεται κι ολοκληρώνεται η ποίησή του, είναι στο «Παράπονο», όπου κάνει μια έκκληση στη γλώσσα, όπως άλλοτε οι τροβαδούροι στις μούσες τους. Σαν γνήσιος ποιητής που είναι, έχει το εκφραστικό του όργανο σαν το πιο πολύτιμο όπλο. Ξέρει πως η ποίηση είναι γλώσσα κι όχι πράξη, γι’ αυτό και λέει: «Γλώσσα ανίκανη ζωντάνεμα να δώσεις στους πόθους μιας ολάκερης γενιάς». Γιατί απ’ τη γλώσσα περιμένει «έστω και λίγος αφρός να κρατηθεί». Γιατί αν τα πράγματα δεν ειπωθούν με το όνομά τους, από την «αδικία» δεν θα μείνει τίποτα «στου χρόνου τις πτυχές». Εν αρχή ην ο λόγος…

Κι είναι δυστύχημα για τη νεότερη ποίησή μας που η τελευταία δουλειά του Παναγούλη έπεσε στα χέρια της Ασφάλειας κατά την τελευταία, αποτυχημένη προσπάθειά του για απόδραση, στερώντας έτσι οδυνηρά τη γραμματολογία μας από τα θησαυρίσματα αυτής της σπάνιας αγωνιστικής ευαισθησίας.

Παρίσι, Νοέμβρης, 1971

Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ

*Πρόκειται για τον πρόλογο του Βασίλη Βασιλικού στη δεύτερη έκδοση των ποιημάτων