Αναμφίβολα η φετινή επέτειος του Πολυτεχνείου θα μείνει στην Ιστορία για την κυβερνητική επίδειξη αυταρχισμού με την επιβολή της απαγόρευσης συναθροίσεων άνω των τριών ατόμων σε όλη τη χώρα και για το όργιο καταστολής και ωμής αστυνομικής βίας που ακολούθησε. Γεγονότα που έβγαλαν ξανά στην επιφάνεια την παλιά δυσκολία της δεξιάς παράταξης απέναντι στην εξέγερση της 17ης Νοεμβρίου, όσο και αν μόλις λίγες μέρες πριν, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρούσε από το βήμα της Βουλής να διεκδικήσει πολιτικό μερίδιο από την αίγλη του Πολυτεχνείου.
Συγκεκριμένα έλεγε (12/11/2020) ότι «στο Πολυτεχνείο υπήρχαν πολίτες όλων των πολιτικών παρατάξεων, απλά κάποιοι έχτισαν καριέρα πάνω στο Πολυτεχνείο και κάποιοι άλλοι με σεμνότητα κράτησαν την αντίσταση την οποία έκαναν για τον εαυτό τους». Και συνέχιζε: «Αντε να τελειώνουμε πια με αυτά τα ιδεολογικά άβατα σε αυτή την αίθουσα. Αρκετά πια, σας τα είπα για την Αντίσταση, θα τα ακούσετε και για το Πολυτεχνείο». Αλλά βέβαια με τι αξιώσεις μπορεί κάποιος να διεκδικεί πολιτικό μερίδιο από την εξέγερση του Νοέμβρη, όταν είναι ο ίδιος που επιμένει να διατηρεί στην κυβέρνησή του υμνητές της χούντας και πρόσωπα που έχουν πρωτοστατήσει στην κατασυκοφάντηση του Πολυτεχνείου;
Ας δούμε όμως πρώτα τι έχει καταγραφεί ιστορικά. Πράγματι μέσα στο Πολυτεχνείο υπήρχαν πολίτες απ’ όλες τις πολιτικές παρατάξεις, και στελέχη της Δεξιάς, όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, είχαν ενδιαφερθεί για την εξέγερση. Ομως η ίδια η Δεξιά ως παράταξη απείχε. Είναι χαρακτηριστική η απόλυτη σιωπή του αυτοεξόριστου στο Παρίσι Κωνσταντίνου Καραμανλή κατά την εξέγερση. Η αδιαφορία του ήταν τέτοια που υποχρέωσε τον Γκλίξμπουργκ, τις ημέρες εκείνες του Νοεμβρίου του 1973, να τον παρακινήσει να κάνει κάποια δήλωση, καθώς αγωνιούσε ότι οι Ελληνες θα «προσχωρήσουν στον Κομμουνισμό». (βλ. σχετ. Δημήτρης Ψαρράς, «Το μυστικό του Εθνάρχη», Εκδοση της «Εφ.Συν.» 2017, Απόσπασμα σ. 133-141).
Ειδικότερα, σύμφωνα με το Ημερολόγιο του Αυλάρχη Λεωνίδα Παπάγου: «Την εβδομάδα του Πολυτεχνείου υπήρξαν πολλές επαφές Βασιλέως – Καραμανλή. Ο Βασιλεύς επικοινώνησε με τον Καραμανλή και του είπε ότι σκέπτεται να κάνει κάποια ανακοίνωση. Οπως εξελίσσονται τα πράγματα, υπάρχει κίνδυνος να μη μείνει τίποτε όρθιο “εκτός από το prestige σας ως πρωθυπουργού και το δικό μου ως αρχηγού του κράτους. Αν αποφασίσουν οι Ελληνες να προσχωρήσουν στον κομμουνισμό, θα έχουν δίκαιο, εσείς παίζατε golf και εγώ το ίδιο, χωρίς να γίνεται τίποτα”». Αλλά τελικά ο Καραμανλής ενημέρωσε τον Γκλίξμπουργκ ότι δεν θα κάνει καμία δήλωση.
Μάλιστα ο στενός συνεργάτης του Καραμανλή, Κων. Τσάτσος, τον ενημέρωνε ότι στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα υπήρχαν και στελέχη της ΕΡΕ, τα οποία όμως δεν είχαν σημαντικό ρόλο: «Δυστυχώς τα νήματα της οργανώσεως ήταν σε εμπειρότερα χέρια. Οχι –στην αρχή τουλάχιστον– παιδιών της ΕΔΑ, αλλά παλιών Λαμπράκηδων και οργανώσεων του Κέντρου», ενώ «κάρφωνε» τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο για ανάμιξη στις κινητοποιήσεις της νεολαίας: «Φοβούμαι πως θα αποκαλυφθούν πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του Παναγιώτη πολύ αναμεμιγμένα στα τελευταία γεγονότα».
Ο Καραμανλής κράτησε την ίδια στάση και μετά την πτώση της δικτατορίας. Σκόπιμα όρισε τις πρώτες εκλογές της Μεταπολίτευσης στις 17 Νοεμβρίου 1974, επιδιώκοντας να πάρει άλλο χαρακτήρα η επέτειος, κατά την οποία δεν πήγε στο Πολυτεχνείο για τον εορτασμό του, ενώ η μόνη σχετική δημόσια αναφορά που τελικά έκανε ήταν στο προεκλογικό τηλεοπτικό του διάγγελμα (13/11/74).
Το 1980 (κυβέρνηση Ράλλη) είχαμε την απαγόρευση της πορείας του Πολυτεχνείου προς την αμερικανική πρεσβεία και την άγρια αστυνομική βία που επέφερε τη δολοφονία των Ιάκωβου Κουμή και Σταματίνας Κανελλοπούλου. Το 1983 φάνηκε και πάλι η αμηχανία της Δεξιάς απέναντι στο Πολυτεχνείο, καθώς τέθηκε ζήτημα από το μαθητικό όργανο της ΟΝΝΕΔ να μη συμμετάσχει η ΟΝΝΕΔ στον εορτασμό της εξέγερσης, με το επιχείρημα ότι οι μαθητές που ψήφιζαν Δεξιά στις μαθητικές εκλογές «δεν θέλουν ούτε ν’ ακούσουν για Πολυτεχνείο».
H πολιτική του «μεσαίου χώρου»
Χρειάστηκε να περάσουν 30 χρόνια για να διοργανωθεί το 2003 επί Κώστα Καραμανλή, από την ΟΝΝΕΔ επίσημος εορτασμός με ομιλητή τον ίδιο τον τότε αρχηγό της Ν.Δ., ο οποίος είχε διαγράψει τον Γ. Καρατζαφέρη και ακολουθούσε την πολιτική του «μεσαίου χώρου». Και τον Νοέμβριο του 2004, ως πρωθυπουργός πια, ο Κ. Καραμανλής θέλησε να προβληθεί η συμμετοχή στελεχών της Δεξιάς στην εξέγερση.
Αλλά επί Σαμαρά όλα άλλαξαν και πάλι. Η πολιτική του «μεσαίου χώρου» εγκαταλείφθηκε και οι πόρτες της Ν.Δ. άνοιξαν σε στελέχη του ΛΑΟΣ, που προωθούσε ανοιχτά τη γνωστή προπαγάνδα των χουντικών κατά του Πολυτεχνείου, όπως οι Αδωνις Γεωργιάδης, Μάκης Βορίδης (άλλοτε γενικός γραμματέας της Νεολαίας ΕΠΕΝ του δικτάτορα Παπαδόπουλου) και Θάνος Πλεύρης. Επί Μητσοτάκη ο Γεωργιάδης, ο οποίος είχε ειδικευτεί στις εκπομπές κατά του Πολυτεχνείου, θα οριστεί αντιπρόεδρος της Ν.Δ. για να μπορεί να επαναλαμβάνει και από αυτό το σημαντικό κομματικό πόστο την προπαγάνδα (βλ. δηλώσεις Γεωργιάδη περί «μύθου των νεκρών», ΣΚΑΪ 18/11/2018).
Και ενώ τα πρώην στελέχη του ΛΑΟΣ σήμερα προσπαθούν να μας πείσουν ότι έχουν αναθεωρήσει τις φιλοδικτατορικές απόψεις τους, ο «ταμίας» της οικογένειας Μητσοτάκη Κωνσταντίνος Λούλης παραμένει επιδεικτικά αμετανόητος υμνητής της χούντας. Και παραμένει και στην κυβέρνηση (πρώτα ως γεν. γραμματέας Τουρισμού, τώρα ως ειδικός σύμβουλος του Χάρη Θεοχάρη), απολαμβάνοντας την απόλυτη ασυλία από τον Κυρ. Μητσοτάκη, ο οποίος τον βάζει στο κυβερνητικό σχήμα πότε από την πόρτα και πότε από το παράθυρο. Προσθέστε και τις περιπτώσεις όπως αυτή του βουλευτή της Ν.Δ. Κων. Μπογδάνου που έχει ανοιχτά υποστηρίξει τη γνωστή προπαγάνδα ότι οι αγωνιστές του Πολυτεχνείου «άνοιξαν τον δρόμο» για «να χάσουμε την Κύπρο» (ΣΚΑΪ, Νοέμβριος 2015). Να λοιπόν για ποιους λόγους δεν μπορεί ο κ. Μητσοτάκης να διεκδικεί μερίδιο στο Πολυτεχνείο.
