Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Μνήμες του δεξιού παρακράτους από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Μνήμες του δεξιού παρακράτους από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο

  • A-
  • A+
Η μαρτυρία του πρωθυπουργού που ανέτρεψαν οι συνταγματάρχες σχετικά με τους μηχανισμούς που οδήγησαν στη χούντα έχει εξόφθαλμες ομοιότητες με τη σημερινή απροκάλυπτη ποινικοποίηση της κομματικής αντιπαράθεσης.

Η επέτειος της μεταπολίτευσης τιμάται φέτος μέσα σε ένα ιδιαίτερα βαρύ πολιτικό κλίμα, το οποίο ενισχύεται από την απροκάλυπτη ποινικοποίηση της κομματικής αντιπαράθεσης. Στον πυρήνα του κυβερνητικού σχεδιασμού βρίσκεται ο ισχυρισμός περί «παρακράτους», το οποίο αναδείχθηκε επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, και η μεθόδευση δικαστικών ερευνών για τα πεπραγμένα της. Στην υπόθεση αυτή έχει στρατευθεί με πάθος η συντριπτική πλειονότητα των μέσων ενημέρωσης που δεν θέλουν να φανούν αγνώμονα μετά την τόσο γενναιόδωρη προσφορά του κ. Πέτσα προς αυτά.

Κατά παράδοξο τρόπο η σημερινή συγκυρία έχει πολλές ομοιότητες με εκείνη που μας οδήγησε στη δικτατορία των συνταγματαρχών πριν από 53 χρόνια. Δεν σημαίνει βέβαια αυτό ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται ή ότι είμαστε υποχρεωμένοι να υποστούμε τα ίδια. Δεν συμβαίνει ασφαλώς κάτι τέτοιο. Αλλά η αναδρομή στην πολιτική αντιπαράθεση που προηγήθηκε του πραξικοπήματος μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα αυτό που συμβαίνει σήμερα.

Με δυο λόγια, θα έλεγα ότι υπήρξε μετά τον εμφύλιο η ανάδυση ενός πανίσχυρου δεξιού «παρακράτους», το οποίο παραμέρισε για λίγο, μετά την ανάδειξη της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου το 1964, και επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο μετά την πτώση της το καλοκαίρι του 1965.

Και λέγοντας «παρακράτος» δεν εννοούμε τόσο έναν αυτονομημένο μηχανισμό που δεν μπορεί να τον ελέγξει η πολιτική εξουσία, όσο τη διατήρηση και την ενίσχυση του λεγομένου «βαθέος κράτους», δηλαδή μηχανισμών που οργανώνονται και κατευθύνονται από την κεντρική εξουσία, αλλά είναι σε θέση να κάνουν τη «βρομοδουλειά» για λογαριασμό της, να λειτουργήσουν δηλαδή έξω από τους κανόνες και τους περιορισμούς του δημοκρατικού πολιτεύματος, ενώ σε κρίσιμες συγκυρίες παίρνουν το πάνω χέρι στη διακυβέρνηση.

Η αφήγηση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου

Η ομοιότητα με τα σημερινά είναι εξόφθαλμη, αν σκεφτούμε ότι εκείνη την περίοδο, η επάνοδος της Δεξιάς στην εξουσία –μετά από την «κεντρώα παρένθεση»– συνοδεύτηκε από την «αποκάλυψη» ενός υποτιθέμενου «κεντρώου» παρακράτους και τη μεθόδευση της δικαστικής αντιμετώπισης των στελεχών του.

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο οποίος ανέλαβε την αρχηγία της ΕΡΕ μετά την παραίτηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και την αποχώρησή του για το Παρίσι το 1963, υπήρξε ο πρωθυπουργός που ανέτρεψαν οι πραξικοπηματίες τον Απρίλιο του 1967. Λίγους μήνες από τη μεταπολίτευση, στις αρχές του 1975, ο Κανελλόπουλος έγραψε μια σειρά άρθρων στην «Καθημερινή», τα οποία με λίγες διορθώσεις εκδόθηκαν και σε βιβλίο την ίδια χρονιά, με γενικό τίτλο «Ιστορικά Δοκίμια». Εδώ μας ενδιαφέρει το ένα από τα δύο μέρη του βιβλίου, που φέρει τον τίτλο «Πώς εφθάσαμε στην 21η Απριλίου 1967».

Ο Κανελλόπουλος περιγράφει την εξέλιξη του παρακράτους της Δεξιάς, από τον ΙΔΕΑ ώς τη δικτατορία, αναφέρεται στις εκλογές του 1961 που αποτέλεσαν το σημείο εκκίνησης του «ανένδοτου αγώνα» του Γεωργίου Παπανδρέου και ταυτόχρονα εκφράζει τις σοβαρές του αμφιβολίες για την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, μια συνωμοσία στον στρατό που υποτίθεται ότι οργανώθηκε από το «παρακράτος» της Κεντροαριστεράς, υπό την ηγεσία του Ανδρέα Παπανδρέου.

Ο Κανελλόπουλος ομολογεί ότι οι παρακρατικές μεθοδεύσεις ξεκίνησαν από το ιδιοκτησιακό αίσθημα για το κράτος που έτρεφαν οι δεξιοί μετεμφυλιακοί κυβερνήτες της Ελλάδας. Σε επιστολή του προς τον βασιλιά Κωνσταντίνο τον Ιανουάριο του 1966 παραδεχόταν ότι όλα ξεκίνησαν στις εκλογές του 1961:

«Αι εκλογαί του 1961, Μεγαλειότατε, υπήρξαν ατύχημα. Ναι, μέγα ατύχημα. Το αιφνίδιον 51% υπέρ της ΕΡΕ, ύστερα από τόσα χρόνια διακυβερνήσεως της χώρας από μίαν και την αυτήν παράταξιν, δηλαδή την ΕΡΕ που υπήρξε συνέχεια του Ελληνικού Συναγερμού, προκάλεσεν ως αντίδρασιν απελπισίας τον Ανένδοτον Αγώνα της Ενώσεως του Κέντρου, με συμπαράταξιν την ΕΔΑ, και εγέννησεν, εξάλλου, εις πολλά στελέχη της ΕΡΕ ή και εις όργανα του κράτους, προσκείμενα εις αυτήν, το κακόν αίσθημα της παντοδυναμίας.

Αποτέλεσμα ακριβώς του αισθήματος της παντοδυναμίας –δηλαδή της ασυδοσίας– υπήρξεν η χρησιμοποίησις, εν Θεσσαλονίκη, υπό ανοήτων οργάνων του κόμματος ή του κράτους, ακόμη και αλητών διά τον αντιπερισπασμόν κομμουνιστικών εκδηλώσεων. Δεν αντιμετωπίζεται με πληρωμένους αλήτας ο κομμουνισμός, που είναι παγκόσμιον κίνημα, και έχει σοβαρά αίτια, που προκαλούν σχεδόν θρησκευτικόν φανατισμόν. […]

Η χρησιμοποίησις αλητών ωδήγησεν –εάν τυχαίως ή όχι, αυτό θα το ειπή η Δικαιοσύνη– εις τον βίαιον θάνατον του βουλευτού της ΕΔΑ Λαμπράκη, με αποτέλεσμα όχι μόνο να πληγωθή διεθνώς η υπόληψις της Ελλάδος, αλλά να δοθή εις τον κομμουνισμόν το δώρον ενός μάρτυρος, που συνεκίνησεν πολλούς νέους και τους έκαμε να παρασυρθούν εύκολα εις την υπό το όνομα του φονευθέντος συγκροτηθείσαν οργάνωσιν» (σ. 51-52).

Βέβαια ο Κανελλόπουλος δεν αποδέχεται ευθύνες δικές του ή του Καραμανλή για τη βία και τη νοθεία του 1961, αλλά παραδέχεται το γεγονός, έστω και υποδεικνύοντας την ενοχή μόνο κάποιων «οργάνων» του κράτους και μεμονωμένων κομματικών στελεχών:

«Ούτε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ούτε κι εγώ, είχαμε πολιτικό συμφέρον να ενθαρρύνουμε τις ανωμαλίες εκείνες. […] Υπάρχουν όργανα του κράτους, ειδικότερα των Σωμάτων Ασφαλείας, που, όταν ένα κόμμα βρίσκεται πολύν καιρό στην εξουσία, συνδέουν τόσο πολύ τη νοοτροπία τους με το κόμμα τούτο, ώστε συγχέουν μέσα τους μια κοινοβουλευτική κυβέρνηση με την έννοια του “καθεστώτος”, θεωρώντας το κόμμα, που κυβερνάει πολλά χρόνια, σαν “καθεστώς”, που οφείλουν να προστατεύσουν.

Ετσι, με την παρότρυνση και ανεξέλεγκτων, ασύδοτων κομματικών παραγόντων (ακόμα και υποψηφίων καμιά φορά βουλευτών), παραβαίνουν τους κανόνες της αμεροληψίας που είναι καθήκον τους να τηρούν, και προβαίνουν σε πιέσεις, όπου αυτές πιάνουν. […] Εκτός από τα κρατικά αυτά όργανα, θεωρώ πολύ πιθανό, ότι μια μάλλον ολιγάριθμη κατηγορία αξιωματικών του Στρατού είχε επίσης επιχειρήσει –στις περιοχές και σφαίρες, όπου μπορούσε να το κάμει– να ενισχύσει την ΕΡΕ στις εκλογές του 1961. Μέλη της “χούντας” της 21ης Απριλίου έλεγαν συχνά, όπως πληροφορήθηκα στο διάστημα της δικτατορίας ότι είχαν συνδράμει την ΕΡΕ» (σ. 48-49).

Τα fake news της Δεξιάς

Στην εξιστόρηση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου σημαντικό ρόλο παίζει η παραδοχή του για τη χρήση ψευδών πληροφοριών κατά της κυβέρνησης της Ενωσης Κέντρου και της Αριστεράς που κατασκευάζονταν από το δεξιό παρακράτος. Ο πρώην πρωθυπουργός μιλά για «μια σατανική μηχανή παραγωγής ψευδών πληροφοριών» που άρχισε να λειτουργεί ως απάντηση στην προσπάθεια της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου «να σπιλώσει την ΕΡΕ στο πρόσωπο του πρώην αρχηγού της». «Οφείλω να ομολογήσω, ότι έπεσα κι εγώ θύμα των ψευδών πληροφοριών, αλλά μόνο για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα» (σ. 67).

Και ποιες ήταν αυτές οι «ψευδείς πληροφορίες» που έπεσε κι αυτός θύμα τους;

«Γύρω στις αρχές του 1965, συστηματικά έφθαναν σε μένα αλλά και στον βασιλέα Κωνσταντίνο και σε άλλους πληροφορίες δήθεν υπεύθυνες, ότι το κομμουνιστικό κόμμα, εκμεταλλευόμενο τη χαλάρωση των προφυλακτικών μέτρων του κράτους και τη φοβία που είχε προκαλέσει, με ανοχή παραγόντων του Κέντρου, στα όργανα ασφαλείας, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, η οργάνωση “Λαμπράκη” και άλλα στοιχεία, άρχισε να εφοδιάζεται με όπλα, να προπαρασκευάζεται, συγκροτώντας μυστικά οπλοστάσια, για να επιχειρήσει, όταν θα έκρινε κατάλληλη την ώρα, μια βίαιη κατάληψη της εξουσίας ή μια μεγάλη αναταραχή. […] Ποιοι είχαν συμφέρον να κατασκευάζουν τις ψευδείς αυτές πληροφορίες, το γνωρίζουμε σήμερα πολύ καλά. Είναι εκείνοι που –αφού κατέλαβαν την εξουσία στις 21 Απριλίου 1967– δεν ανακάλυψαν ούτε ίχνος όπλων στα χέρια των κομμουνιστών ή άλλων οργανώσεων» (σ. 69-70). Τις ψευδείς πληροφορίες μού τις μετέφεραν «κάποιοι από τους αφελείς ή δόλιους προαγωγούς της χούντας που επικοινωνούσαν μαζί μου».

Αυτές οι ψευδείς πληροφορίες οδήγησαν τον Κανελλόπουλο στην απόφαση να ζητήσει την πτώση της κυβέρνησης του Κέντρου: «Ετσι, τον Φεβρουάριο του 1965, αποφάσισα να προκαλέσω μια λαϊκή συγκέντρωση και να καταγγείλω τους κινδύνους που εγκυμονούσε για τη χώρα –στον τομέα της εθνικής ασφαλείας, αλλά και στον τομέα της οικονομίας, που παρουσίαζε σοβαρές αρρυθμίες– η παραμονή της κυβέρνησης Παπανδρέου στην εξουσία» (σ. 70).

Παρακράτος εναντίον «παρακράτους»

Στις σελίδες αυτές που γράφτηκαν αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, ο Κανελλόπουλος προχωρά σε ευθεία αυτοκριτική: «Η στάση μου την εποχή εκείνη συνέβαλε στη δημιουργία του κλίματος, που επιζητούσαν να δημιουργήσουν όσοι εσχεδίαζαν, χωρίς να το γνωρίζω ή να το υποψιασθώ, την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος και μάλιστα για δικούς τους ιδιοτελείς σκοπούς. Αναγνωρίζω αυτή την έμμεση, αθέλητη, αλλά μόνο παροδική, συμβολή μου στο κακό που προετοιμαζόταν» (σ. 73).

Εκεί που η αφήγηση του Κανελλόπουλου αγγίζει πολύ σύγχρονα ζητήματα της πολιτικής αντιπαράθεσης είναι η «υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ», η αποκάλυψη δηλαδή μιας υποτιθέμενης συνωμοσίας της κυβέρνησης του Κέντρου μέσα στον στρατό με ηγέτη τον Ανδρέα Παπανδρέου.

«Οταν προέκυψε ξαφνικά το θέμα του ΑΣΠΙΔΑ έδειξα επιφύλαξη», υποστηρίζει ο Κανελλόπουλος. «Είχα από την πρώτη στιγμή το αίσθημα ότι επιχειρείται σκόπιμα να μεγαλοποιηθεί μια ανεπίτρεπτη, βέβαια, αλλά ασήμαντη, ώς την ώρα εκείνη, κίνηση ενός πολύ περιορισμένου αριθμού αξιωματικών, για να κτυπηθεί εκ των νώτων ο Γεώργιος Παπανδρέου. Αμεσος στόχος εκείνων, που επιχείρησαν να μεγαλοποιήσουν την υπόθεση, ήταν ο γιος του πρωθυπουργού, ο σημερινός αρχηγός του ΠΑΣΟΚ. Είχε πράγματι ο καθηγητής Ανδρέας Παπανδρέου επαφές με κάποιους αξιωματικούς (ποιος πολιτικός, στην Ελλάδα, δεν έχει κάμει στη ζωή του κάποτε το ίδιο λάθος!), αλλά κανένα συγκεκριμένο ή σοβαρό στοιχείο δεν τον εβάρυνε. […] Οπως και άλλες παλαιότερες περιπτώσεις, και μάλιστα πολύ βαρύτερες, έπρεπε η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ να κλείσει με την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων» (σ. 73-74).

Είναι γνωστό ότι η υπόθεση αυτή αποτέλεσε το πρόσχημα του βασιλικού πραξικοπήματος του Ιουλίου 1965, όταν ο Κωνσταντίνος θέλησε να απαγορεύσει στον πρωθυπουργό να αναλάβει το υπουργείο Εθνικής Αμυνας επειδή εκκρεμούσε υπόθεση εναντίον του γιου του.

Ο Κανελλόπουλος θεωρεί δεδομένο ότι στις συγκρούσεις διαδηλωτών και αστυνομίας εκείνη την περίοδο έδρασαν προβοκάτορες της Δεξιάς:

«Δεν επείσθηκα, ότι όσα είχαν συμβεί τη βραδιά εκείνη ήταν έργο μόνο των διαδηλωτών» (σ. 92). Ο τότε αρχηγός της ΕΡΕ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ότι ακόμα και «σημαίνοντα κοινοβουλευτικά στελέχη» του κόμματος «ονειρεύονταν εκτροπές από τη συνταγματική τάξη». «Μήπως είχαν ή επιζητούσαν και επαφές με αξιωματικούς του Στρατού;» (σ. 94).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η ταξική ερμηνεία που επιχειρεί ο πολιτικός της Δεξιάς: «Η καραμέλα της εκτροπής από τη συνταγματική τάξη ήταν γλυκιά στα χείλη και τον ουρανίσκο εκείνων, που –ανήκοντας στους υψηλούς κοινωνικούς κύκλους– θεωρούν πάντοτε αυτονόητο και αυταπόδεικτο, ότι τα προσωπικά τους συμφέροντα ή η ησυχία τους βαρύνουν στη ζυγαριά της τύχης της Ελλάδος πολύ περισσότερο από τα περιττά εκείνα πράγματα, που ονομάζονται συντάγματα, νόμοι, ελευθερίες και δικαιώματα του Λαού» (σ. 115).

Στα μέσα Μαρτίου 1967, έναν μήνα πριν από το πραξικόπημα, ο Κανελλόπουλος έστειλε επιστολή στον Καραμανλή που ζούσε στο Παρίσι, όπου υποστήριζε ανοιχτά ότι η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ είναι δημιούργημα της Δεξιάς:

«Η υπόθεσις ΑΣΠΙΔΑ είναι μεγάλη εμπλοκή. Επρεπε να είχε επιταχυνθή η ανεκδιήγητη ανάκρισις, εις την οποίαν ανεμίχθησαν και ορισμένοι σκοτεινοί, δήθεν ιδικοί μας, παράγοντες, και να είχε λήξει η όλη υπόθεσις το αργότερον προ έτους. […] Η αίτησις άρσεως της ασυλίας του Ανδρέα Παπανδρέου υπήρξεν άκαιρος. [Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση του Κ. Παπακωνσταντίνου] δεν υπάρχουν εις τον φάκελον ούτε ενδείξεις εις βάρος του Ανδρέα Παπανδρέου. Είμαι βέβαιος –υπερβέβαιος– ότι αι βόμβαι των τελευταίων δέκα ημερών είναι έργον ηλιθίων εγκεφάλων της ιδικής μας παρατάξεως» (σ. 129).

Στις 14 Απριλίου 1967, μία βδομάδα πριν από το πραξικόπημα, ο Κανελλόπουλος διέλυσε τη Βουλή εξαγγέλλοντας εκλογές. Μετά τη διάλυση της Βουλής ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν καλυπτόταν από βουλευτική ασυλία. Οπότε ο Κανελλόπουλος κάλεσε τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στο σπίτι του υπουργού Δικαιοσύνης Κωνσταντίνου Τσάτσου και του ζήτησε «να αποτραπεί η έκδοση του εντάλματος [για τον Α. Παπανδρέου] μέχρι των εκλογών» (σ. 179).

Το αίτημα απέβη άκαρπο. Ο ανώτατος εισαγγελέας στον οποίο απευθύνθηκε ο Κανελλόπουλος δεν ήταν άλλος από τον Κ. Κόλλια, ο οποίος λίγες μέρες αργότερα θα γινόταν ο πρώτος πρωθυπουργός της χούντας. Μήπως θυμίζουν τίποτα όλα αυτά;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Το φάντασμα της χούντας και η Δεξιά
Η παρουσία στην κυβέρνηση στελεχών που υπήρξαν νοσταλγοί της χούντας θολώνει την εικόνα που φιλοτέχνησε για τον εαυτό του ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.
Το φάντασμα της χούντας και η Δεξιά
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Πώς αντέδρασαν οι χουντικοί στη Μεταπολίτευση του 1974
Ποιοι και με ποιες ενέργειες προσπάθησαν να αποτρέψουν την επιστροφή στον κοινοβουλευτισμό. Για πρώτη φορά στη δημοσιότητα ολόκληρη η απόρρητη έκθεση της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας για τη δραστηριότητα...
Πώς αντέδρασαν οι χουντικοί στη Μεταπολίτευση του 1974
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η «Δημοκρατία» και τα τανκς
Επανήλθε το Σάββατο η «Δημοκρατία» στην προσπάθεια διάψευσης του ρόλου του στρατού στη σφαγή του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973. Δεν μπήκε στον κόπο η εφημερίδα να εξηγήσει στους αναγνώστες της ότι αυτό...
Η «Δημοκρατία» και τα τανκς
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Τα τανκς τώρα δικαιώνονται!
Μπορεί να μας χωρίζει σχεδόν μισός αιώνας από τον Νοέμβρη του 1973, αλλά ακόμα και σήμερα οι νοσταλγοί της χούντας δεν μπορούν να χωνέψουν όσα έγιναν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Tα όσα είχαν καταθέσει λίγο...
Τα τανκς τώρα δικαιώνονται!
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Εργα και ημέρες του θεωρητικού του «γύψου»
Ενας από τους βασικούς πρωταγωνιστές της μαύρης χουντικής επταετίας δεν πρόλαβε να γιορτάσει τα πενήντα χρόνια από το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Ο Γεώργιος Γεωργαλάς πέθανε την Κυριακή, σε...
Εργα και ημέρες του θεωρητικού του «γύψου»
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ο διαφημιστής της χούντας τώρα διαφημίζει τον Αλιμο
Στα 79 του χρόνια, ο Νίκος Μαστοράκης εξακολουθεί να παίρνει διόλου ευκαταφρόνητα μεροκάματα από όσους πρόθυμα παραβλέπουν το πασίγνωστο παρελθόν του, όπως ο δήμαρχος Αλίμου Ανδρέας Κονδύλης.
Ο διαφημιστής της χούντας τώρα διαφημίζει τον Αλιμο

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας