Για την παραβίαση του δικαιώματος των Ελλήνων πολιτών στην υγεία ύστερα από τόσα χρόνια περικοπών και λιτότητας και την ανάγκη ενίσχυσης του ΕΣΥ ώστε να καλύπτει τις ανάγκες ακόμη και των πιο ευάλωτων μελών της κοινωνίας έκανε λόγο ο διευθυντής του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας, Γαβριήλ Σακελλαρίδης, σε διαδικτυακή συνέντευξη Τύπου, στη διάρκεια της οποίας παρουσιάστηκε η διετής έκθεση της οργάνωσης «Ανάνηψη Τώρα: Το ελληνικό σύστημα υγείας μετά από μια δεκαετία λιτότητας» και ανακοινώθηκε η νέα εκστρατεία της με αίτημα τη στήριξη της υγείας και της κοινωνικής περίθαλψης.
Στην 86σέλιδη έκθεση, βασισμένη σε πάνω από 210 συνεντεύξεις με ανθρώπους που χρησιμοποιούν το σύστημα υγείας, εργάζονται σ’ αυτό καθώς και εμπειρογνώμονες, αλλά και σε ποσοτικά στοιχεία για τις ανάγκες υγείας, αποτυπώνεται το πώς οι σοβαρές περικοπές από το 2010 και μετά έχουν καταστήσει ανέφικτη για πολλούς ανθρώπους την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, πλήττοντας δυσανάλογα τις ασθενέστερες ομάδες πριν από την πανδημία, παρουσιάζοντας τους αυξημένους κινδύνους που διατρέχουν μετά την εμφάνιση του νέου κορονοϊού: περίπου το 90% όσων ρωτήθηκαν δήλωσε ότι είχε αντιμετωπίσει μεγάλες καθυστερήσεις και δυσκολίες στην πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, αποκλεισμός που, λόγω του υψηλού κόστους, βιώνεται με τραγικό τρόπο από όσους στερούνται την οικονομική δυνατότητα να καλύψουν ιδίοις εξόδοις τις υγειονομικές τους ανάγκες.
Είναι ίσως ενδεικτικό, όπως σημειώνεται στην έκθεση, ότι πάνω από 2.800 άνθρωποι καλύπτουν τις ιατροφαρμακευτικές ανάγκες τους μέσω των κοινωνικών φαρμακείων και, όπως αναφέρεται σε μια συνέντευξη, «οι ομάδες που έχουν πληρώσει για αυτήν την κρίση είναι τα άτομα με χαμηλό εισόδημα και οι εργαζόμενοι/ες.
Εχουν πληρώσει με τους φόρους τους, με τις κοινωνικές τους παροχές και με την υγεία τους». Από την πλευρά τους οι εκπρόσωποι εργαζομένων στον τομέα της Υγείας μιλάνε για τις τραγικές ελλείψεις σε προσωπικό και μέσα, σε εξοπλισμό, είτε ατομικής προστασίας είτε ιατρικό, περιγράφοντας μια κατάσταση κρίσης που οξύνθηκε μετά την εμφάνιση του κορονοϊού.
«Από το 2009 μέχρι το 2018 σχεδόν διπλασιάστηκαν οι περιπτώσεις ασθενών οι οποίοι είτε έπρεπε να περιμένουν μεγάλο χρονικό διάστημα για περίθαλψη σε δημόσια νοσοκομεία είτε αναγκάστηκαν τελικά να πληρώσουν σε ιδιωτικές κλινικές, λόγω του μεγάλου χρόνου αναμονής», αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στη συνέντευξη.
Περιγράφηκε η ανταπόκριση της κυβέρνησης στην πανδημία του κορονοϊού με τη λήψη έγκαιρων μέτρων περιορισμού που βοήθησαν στην ελαχιστοποίηση του αριθμού των λοιμώξεων και των θανάτων, ωστόσο το αποδυναμωμένο λόγω λιτότητας σύστημα υγείας «δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες για την υγεία, την ασφάλεια και τις συνθήκες εργασίας» των εργαζομένων στον τομέα της Υγείας κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Στην έκθεση γίνεται αναφορά στις σοβαρές μειώσεις των δημόσιων δαπανών κατά 42,8% και των κατά κεφαλήν δαπανών για την υγεία κατά 40%, που μαζί με την ανεργία και τη βίαιη φτωχοποίηση αύξησαν την ευαλωτότητα της υγείας, την ώρα που το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης μετακυλίστηκε στους ασθενείς.
Η δημόσια υγεία -ένα κοινωνικό δικαίωμα που ίσως για πρώτη φορά η Διεθνής Αμνηστία θέτει στο προσκήνιο- είναι ένας από τους μεγάλους ασθενείς που άφησαν πίσω τους τα τρία προγράμματα οικονομικής προσαρμογής που επιβλήθηκαν από τους πιστωτές της Ελλάδας μέσω των προγραμμάτων χρηματοδοτικής βοήθειας.
Γι’ αυτό και στην έκθεση υποδεικνύεται ως επιτακτική η ανάγκη να υπάρξουν επενδύσεις στο δημόσιο σύστημα υγείας, με αναλυτικές συστάσεις προς τις ελληνικές κρατικές αρχές και τους διεθνείς οργανισμούς ώστε τα σχέδια ανάκαμψης από την τρέχουσα κρίση «να βασίζονται στη δικαιοσύνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη διασφάλιση της προστασίας όλων των ανθρώπων».
