ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε ήρεμο, αλλά έντονα επικριτικό για το νομοσχέδιο του «πρωθυπουργικού» κράτους, κλίμα έγινε χθες το πρωί στην επιτροπή της Βουλής η τοποθέτηση των αρμόδιων και εν πολλοίς υπό κατάργηση φορέων.

Εκτός λοιπόν από τις οξύτατες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης για το ξήλωμα στοιχειωδών κανόνων και ρυθμίσεων που διασφάλιζαν τους ανεξάρτητους ελέγχους, τους οποίους πραγματοποιούσε το σύνολο των ελεγκτικών μηχανισμών, χθες διατυπώθηκαν και οι πολυάριθμες και ουσιαστικές αντιρρήσεις εκπροσώπων των αρμόδιων φορέων για συγκεκριμένες διατάξεις και κυρίως εκείνες που καταργούν τα σώματα ελέγχου της δημόσιας διοίκησης, τον ΓΕΔΔ, την Κεντρική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή κ.ά.

Αγριο σφυροκόπημα στο νομοσχέδιο για το «επιτελικό κράτος»

Οι γεμάτες κατανόηση απαντήσεις του αρμόδιου υπουργού Γ. Γεραπετρίτη ότι θα ληφθούν οι παρατηρήσεις υπόψη, δεν κατάφεραν να κάμψουν τις σφοδρές αντιδράσεις για το σαρωτικό νομοσχέδιο που δεν κρίθηκε σκόπιμο να αναρτηθεί σε δημόσια διαβούλευση.

Τελικά, μετά τις αντιδράσεις των κομμάτων η κυβέρνηση αναγκάστηκε να το αναρτήσει έστω και για λίγες ημέρες, ενώ για πρώτη φορά πριν ακόμα κλείσει η διαβούλευση άρχισε η επεξεργασία στις επιτροπές.

Ο πρόεδρος της Ενωσης Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης Δ. Νικολάτος αποτίμησε ως θετική την πρωτοβουλία συνένωσης ελεγκτικών σωμάτων, όμως αμφισβήτησε την πρόβλεψη να έχει ένα και μόνο πρόσωπο με υπεραρμοδιότητες την αποκλειστική ευθύνη (συντονισμού, ελέγχου κ.λπ.) και πρότεινε οι αρμοδιότητες αυτές να ανήκουν συνολικά σε ένα Συμβούλιο Διοίκησης, ενώ χαρακτήρισε αρνητικό το μέτρο της κατάργησης των Σωμάτων Ελέγχου.

Σε οξείς τόνους τοποθετήθηκε ο αντιπρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΑΔΕΔΥ, Γ. Πετρόπουλος, στηλιτεύοντας την έλλειψη δημόσιας διαβούλευσης και την καθυστερημένη κλήση των φορέων να τοποθετηθούν στις διατάξεις του νομοσχεδίου, ενώ τόνισε ότι κάθε άλλο παρά αποκομματικοποίηση θα φέρει αυτό το νομοσχέδιο δεδομένου ότι «ένα μεγάλο κομμάτι του διοικητικού έργου, μάλιστα στο επίπεδο του σχεδιασμού, του προγραμματισμού, του προϋπολογισμού και του απολογισμού, μεταφέρεται στο καινούργιο όργανο, υπερόργανο, υπερδομή που σχηματίζεται και είναι η Προεδρία της Κυβέρνησης».

Αντίθετη και η ΑΔΕΔΥ

Ο Γ. Πετρόπουλος δήλωσε ότι η ΑΔΕΔΥ είναι κάθετα αντίθετη στα περιεχόμενα που δίνονται στην έννοια του επιτελικού κράτους ιδίως όταν το νομοσχέδιο προβλέπει την ανάμιξη ιδιωτών στο δημόσιο έργο. Τέλος, δήλωσε την αντίθεση της ΑΔΕΔΥ στον κατακερματισμό του διοικητικού έργου, στη δημιουργία… τύποις ανεξάρτητων αρχών.

«Εδώ έχουμε μια περίπτωση που μια ανεξάρτητη αρχή, υπεραρχή, θα συγκεντρώσει όλους τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, ο πρόεδρός της θα διοριστεί από τον πρωθυπουργό και αυτός, με τη σειρά του, θα διορίσει το Δ.Σ., πράγμα που δημιουργεί αμφιβολίες για την πραγματική ανεξαρτησία που θα έχει αυτή η δομή».

Αρνητικός ήταν και στην προβλεπόμενη δημιουργία «αστυνομίας δημόσιας διοίκησης», που σε κάποιες περιπτώσεις «μπορεί να λειτουργεί και ανεξέλεγκτα, μπορεί να είναι χειραγωγούμενη και να τίθεται απέναντι σε πολιτικούς ή σε συνδικαλιστικά παραταξιακούς αντιπάλους».

Εντονες αντιρρήσεις και για την έλλειψη διαβούλευσης εκφράστηκαν και από τον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, Κ. Χατζηνικολαΐδη, αλλά κυρίως για την αιφνιδιαστική απόφαση κατάργησης στο σχέδιο νόμου της Ειδικής Γραμματείας του ΣΕΠΕ που έχει προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις στον χώρο της εργασίας, αλλά και μέσα στον χώρο των Επιθεωρητών Εργασίας.

Αναφέρθηκε στον κρίσιμο για τους εργαζομένους ρόλο της Επιθεώρησης Εργασίας που «παρ’ όλη τη μείωση του προσωπικού της κατά 30%, έχει να δείξει ένα έργο που αποτιμάται σε αξία πάνω από 400 εκατομμύρια ευρώ, πρόστιμα, επίλυση εργατικών διαφορών κ.λπ., χωρίς να υπολογιστεί η έμμεση ωφέλεια που ελληνικού Δημοσίου».

Τώρα, όπως είπε, «γυρνάμε σαράντα χρόνια πίσω με την αποδόμηση της αυτοτελούς διοικητικής οντότητας του ΣΕΠΕ, αποτελεί μια ξεκάθαρη υποβάθμιση του ρόλου και του έργου του συστήματος επιθεώρησης εργασίας. Οι επιπτώσεις από την κατάργηση της Ειδικής Γραμματείας του ΣΕΠΕ εκτιμούμε ότι την επόμενη χρονιά θα φανούν σε όλους τους δείκτες που μετράει το ΣΕΠΕ και στα εργατικά ατυχήματα και στην αδήλωτη εργασία και στην υποδηλωμένη και εδώ θα είμαστε σε έναν χρόνο να τα ξαναδούμε».

«Ποιος θα διορίζει»

Αμφισβήτησε την αποκομματικοποίηση που δήθεν επιτυγχάνεται με το νομοσχέδιο διότι «πρώτον, απλώς μετατοπίστηκε ο πολιτικός προϊστάμενος από το επίπεδο του ειδικού γραμματέα σε αυτό του γενικού γραμματέα, η θέση του οποίου βρίσκεται σε απόλυτη ιεραρχική σχέση και εξάρτηση με την εκάστοτε πολιτική ηγεσία, και δεύτερον, διότι με γενικές έννοιες περιγράφεται ο τρόπος επιλογής χωρίς να αποσαφηνίζεται ποιος θα τον διορίζει και με ποια κριτήρια»

Τις ίδιες διαμαρτυρίες για την καθυστερημένη «πρόσκληση» εξέφρασε και ο Δ. Παπαδημητρίου, πρόεδρος του Δ.Σ. του Διοικητικού Επιμελητηρίου, που επισήμανε ότι ο νόμος του 2016 έφερε για πρώτη φορά κάποια αποτελέσματα στην προσπάθεια να αντιμετωπιστούν η απουσία στρατηγικού προγραμματισμού, η πολυνομία-κακονομία, η έλλειψη συντονισμού και συνεργασίας. Τώρα όμως είπε ότι επιλέγεται μια εντελώς άλλη λογική.

«Είναι σαν να είναι αντιγραφή από τις κυβερνητικές διαδικασίες, οι στόχοι ορίζονται με έναν τρόπο μονόπλευρο, οπότε οι αιτιάσεις περί αυταρχισμού νομίζουμε ότι εδώ είναι βάσιμες, δεν υπάρχει το συναινετικό μοντέλο που υπήρχε στα προηγούμενα νομοσχέδια, υπάρχουν κεντρικές αναγνώσεις που κλιμακώνονται στον χρόνο και υπάρχει μια διαδικασία παρακολούθησης –πολύ ορθά–, πρέπει να υπάρχει παρακολούθηση. Ενα άλλο, το πιο κραυγαλέο, στη νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων του ειδικού του Συμβουλίου της Επικρατείας ομοίως δεν υπάρχει η νομολογία 20 ετών του Συμβουλίου της Επικρατείας περί ορθολογικής οργάνωσης και ορθολογικής λειτουργίας του κράτους με βάση τις αρχές της διοικητικής επιστήμης κ.λπ., αγνοείται παντελώς».

«Αντισυνταγματικές διατάξεις»

Αγριο σφυροκόπημα στο νομοσχέδιο για το «επιτελικό κράτος»

Τις αντιφάσεις αλλά και τις διάφανες σκοπιμότητες του νομοσχεδίου που καταργεί τον ΓΕΔΔ και κατά συνέπεια τον δευτεροβάθμιο έλεγχο των δημόσιων λειτουργών επέκρινε η ΓΕΔΔ Μαρία Παπασπύρου υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι ο Γενικός Επιθεωρητής δεν αποτελεί υπηρεσία εξαρτώμενη από κάποιο υπουργείο, είναι μονοπρόσωπο διοικητικό όργανο, επιφορτισμένο μέχρι σήμερα με την αρμοδιότητα ελέγχου του συνόλου των υπηρεσιών.

Με ανοιχτές προκαταρκτικές έρευνες μείζονος δημοσίου συμφέροντος και πορίσματα που ακόμα και τώρα ετοιμάζονται και πρόκειται να κατατεθούν στους εισαγγελείς η ΓΕΔΔ καταργείται παρά το γεγονός ότι πολύ πρόσφατα η θητεία της ανανεώθηκε για πέντε χρόνια.

Η Μ. Παπασπύρου μιλώντας και με την ιδιότητα του δικαστή αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες αντισυνταγματικές διατάξεις, ενώ επιφυλάχτηκε για τις επόμενες δικές της ενέργειες.

Επιγραμματικά επισήμανε ότι:

● Συνενώνονται και εξομοιώνονται φορείς που είναι διαφορετικοί και ουσιαστικά καταργείται ο δευτεροβάθμιος έλεγχος σε συγκεκριμένα πεδία της δημόσιας διοίκησης, ΟΤΑ, Δημόσιο, Υγεία, Δημόσια Εργα, Μεταφορές.

● Προκύπτουν κίνδυνοι που αφορούν τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα του συστήματος ελέγχου «πόθεν έσχες», δοθέντος ότι δεν υπάρχουν σαφείς και ορισμένες προβλέψεις για τους υπόχρεους «πόθεν έσχες» που υπάγονται στην αρμοδιότητα της (νέας) αρχής.

● Θεσπίζεται προαιρετική άρση των πάσης φύσεως απορρήτων, φορολογικού, τραπεζικού και χρηματιστηριακού, κατά τη διενέργεια ελέγχου «πόθεν έσχες» και ελλοχεύει ο κίνδυνος να καταργηθούν οι οικείες προβλέψεις περί υποχρεωτικής άρσης απορρήτου στις δηλώσεις όλων των ελεγχόμενων υπόχρεων προσώπων.

Εδωσε στο σημείο αυτό ένα παράδειγμα απαντώντας σε ερώτηση βουλευτή: «Η εμπειρία μας έχει δείξει το εξής. Ξεκινάμε τον έλεγχο, έβγαινε η εντολή ελέγχου από τον Γενικό Επιθεωρητή και πάντοτε στην άρση απορρήτου βρίσκαμε θέματα πολλά. Βρέθηκε δημόσιος υπάλληλος να έχει διαχειριστεί χρηματικό ποσό 6,5 εκατομμυρίων ευρώ, δημόσιος υπάλληλος με 1.800.000 ευρώ, δημόσιος υπάλληλος με 800.000 ευρώ. Ολοι αυτοί και πάρα πολλά άλλα έχουν παραπεμφθεί στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές καθώς και στην ΑΑΔΕ για φορολογικούς ελέγχους. Δεν είναι δυνατόν έλεγχος ˝πόθεν έσχες˝ χωρίς την άρση του απορρήτου, γιατί προαιρετικά όποιος θέλει την εφαρμόζει».

Η Μ. Παπασπύρου υπενθύμισε ότι «το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, στον διενεργηθέντα κατά τον Μάρτιο του 2019 έλεγχο επιδόσεων, σχετικά με τα μέτρα καταπολέμησης της απάτης, στον τομέα των δαπανών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, διαπίστωσε ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης είναι η αρχή η οποία προωθεί τις αξίες της νομιμότητας, της ακεραιότητας, της διαφάνειας και της λογοδοσίας στην ελληνική δημόσια διοίκηση.

Μάλιστα, χαρακτηριστικά έγραψε ότι στον Γενικό Επιθεωρητή πρέπει να αναφέρονται όλοι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί, εκείνος δε σε κανέναν».

Επίσης σημείωσε ότι ο Γενικός Επιθεωρητής αποτελεί πλέον ένα από τα δύο μόνιμα μέλη που εκπροσωπούν την Ελλάδα στην GReCOM, ενώ ήδη από το 2004 συμμετείχε στην ομάδα εργασίας για την επεξεργασία θεμάτων στο πλαίσιο της συμφωνίας της GReCOM.

Η κωδικοποίηση

Ο Ι. Συμεωνίδης, αντεπίτροπος της Γενικής Επιτροπείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μιλώντας και ως πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής Κωδικοποίησης (ΚΕΚ) σημείωσε ότι «τη μνημονιακή περίοδο, είχε φορτιστεί κανονιστικά η νομοθετική μας ύλη. Υπήρχαν δεσμεύσεις μας από το τρίτο Μνημόνιο στα θέματα της κωδικοποίησης και υπήρχε το ΕΣΚΑΕΝ, το εθνικό συμβούλιο, η εθνική στρατηγική και το εθνικό συμβούλιο για την κωδικοποίηση και την αναμόρφωση της νομοθεσίας και προσπαθήσαμε να κάνουμε ένα θεσμικό πλαίσιο το οποίο να μπορεί να τα συνδυάσει όλα, να τα συναρμόσει και να επιταχύνει τις διαδικασίες, ενώ το έργο της νομοθετικής κωδικοποίησης έχουμε αποτυπώσει στο εγχειρίδιο που επικαιροποιήσαμε πριν από λίγους μήνες».

Ο κ. Συμεωνίδης αναρωτήθηκε γιατί δεν είδε να μεταφέρεται η διάταξη που λέει ότι η ΚΕΚ κάνει τις κωδικοποιήσεις, οι οποίες της ανατίθενται με νόμο. «Αυτό νομίζω ότι είναι σημαντικό. Δεν θα πω κάτι για το γεγονός ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της ΚΕΚ βλέπουμε να αποβάλλονται από τη σύνθεσή της οι δικαστικοί λειτουργοί».

Θετικά αποτίμησε το νομοσχέδιο ο Δ. Κιρμικίρογλου, πρόεδρος του Δ.Σ. της Ενωσης Αποφοίτων Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης

Στις αρνητικές του επισημάνσεις ξεχώρισε η μοριοδότηση: «Υπάρχει μια μοριοδότηση 50% στη συνέντευξη, που τη θεωρούμε αρκετά υψηλή», δήλωσε, αφήνοντας να εννοηθεί ότι με τον τρόπο αυτό δεν εκπέμπεται το κατάλληλο μήνυμα για την προσδοκώμενη αξιοκρατία.

Για το θέμα της υπερβολικής μοριοδότησης της προφορικής συνέντευξης εξέφρασαν αντιρρήσεις και οι βουλευτές, με τον Γ. Καμίνη να ζητά να γίνεται η συνέντευξη δημόσια, ενώ η Ιφιγένεια Καμτσίδου ζήτησε να γίνεται η συνέντευξη σε δομημένα πρότυπα που ήδη έχει εκπονήσει το ΕΚΔΔΑ.

Αγριο σφυροκόπημα στο νομοσχέδιο για το «επιτελικό κράτος»

Η Ιφ. Καμτσίδου, πρόεδρος του Δ.Σ. του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΚΔΔΑ), επισήμανε ότι το ΕΚΔΔΑ, που αποτελεί θεσμικό σύμβουλο της πολιτείας για τα θέματα αναδιοργάνωσης της διοίκησης, δεν κλήθηκε να συμμετάσχει στη διαμόρφωση του νομοσχεδίου.

«Η ανάγκη διατύπωσης κανόνων για τη λειτουργία των συλλογικών κυβερνητικών οργάνων δεν εισάγεται στο παρόν νομοθέτημα με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται μια παθογένεια, ενώ η δυνατότητα που παρέχεται στον πρωθυπουργό να διαπιστώνει την απαρτία των οργάνων, χωρίς αυτή να ρυθμίζεται ήδη από το νομοθέτημα, γεννά ερωτήματα. Ερωτήματα επίσης γεννά η ίδρυση ενός υπεροργάνου της Προεδρίας της Κυβέρνησης στο οποίο εντάσσονται 6 γραμματείες το οποίο υπάγεται απευθείας στον πρωθυπουργό».

Επισήμανε το λάθος της κατάργησης της ΚΕΝΕ (Κεντρική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή) που είναι ένα όργανο δοκιμασμένο και συμβάλλει στην επεξεργασία και τη νομοτεχνική αρτιότητα των νομοσχεδίων και των προτάσεων νόμου.

«Είμαι της γνώμης ότι θα έπρεπε το σύστημα αποκομματικοποίησης το οποίο είχε εισαχθεί τα προηγούμενα χρόνια να αποτιμηθεί πριν αλλάξει […] Ενώ δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις μιας ώσμωσης από τα κάτω των ελεγκτικών σωμάτων και δημιουργήθηκαν οι συνθήκες ουσιαστικής συνεργασίας μεταξύ τους, έτσι ώστε με επιστημονικούς όρους να ˝συν-αρθρωθούν˝ τα ελεγκτικά σώματα διατηρώντας όμως την ανεξαρτησία τους, τώρα η νέα αρχή η οποία ιδρύεται δυστυχώς δεν εξοπλίζεται, δεν περιβάλλεται με τα εχέγγυα της ανεξαρτησίας που απαιτούνται προκειμένου να ασκείται αποτελεσματικά το ελεγκτικό έργο στη δημόσια διοίκηση και στους μηχανισμούς της. Διοριζόμενος από τον πρωθυπουργό, ο διοικητής της, τουλάχιστον στην πρώτη φάση, μπορεί αυτός να επιλέγει τα στελέχη που θα κατέχουν θέσεις ευθύνης και μάλιστα να τα επιλέγει χωρίς κριτήρια και από τον ιδιωτικό τομέα. Πολλές μεταβατικές διατάξεις που πολύ φοβούμαι ότι ακυρώνουν τις καλές προθέσεις».