Τη συζήτηση άνοιξε με μία σύντομη τοποθέτηση ο Αμερικανός πρέσβης, Τζέφρι Πάιατ.
Ο τελευταίος μίλησε πρώτος και επεσήμανε πως η πιο στενή συνεργασία της Ελλάδας με τις ΗΠΑ συμβαίνει τώρα. «Εχουμε χτίσει μια σημαντική σχέση εμπιστοσύνης» τόνισε, αναφερόμενος τόσο στην επίσκεψη του πρ. προέδρου Μπαράκ Ομπάμα στη χώρα πριν από δύο περίπου χρόνια αλλά και στη στήριξη που λαμβάνει η χώρα από τις ΗΠΑ επί προέδρου Τραμπ.
«Οι ΗΠΑ δεν έχουν χάσει την πίστη τους στην Ελλάδα. Πολύ περισσότερο, αφού ο στρατηγικός διάλογος μεταξύ των δύο χωρών έχει αναβαθμίσει και έχει θεσμοποιήσει πλέον τη σχέση τους και αυτόν το διάλογο θα συνεχίσουμε πλέον με τον κ. Κατρούγκαλο».
«Στην Ουάσιγκτον τώρα όσο ποτέ αξιολογούμε υψηλά τόσο την Ελλάδα όσο και τη γεωπολιτική της θέση» τόνισε. «Αμερικανοί επενδυτές ενδιαφέρονται εκ νέου για τη χώρα σας η οποία έχει αναδειχθεί (και μέσω της θέσης που κράτησε στην προσφυγική κρίση, αλλά και ως προς τη θέση της στον νέο ενεργειακό χάρτη Μεσογείου και Βαλκανίων) ως πυλώνα σταθερότητας για την ευρύτερη περιοχή αλλά και ως ένα “παίκτη-κλειδί και εξαιρετικό σύμμαχο”, όπως είπε και το αφεντικό μου» κατέληξε.
Ο υπουργός Εξωτερικών με τη σειρά του επιβεβαίωσε πως πράγματι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις «βρίσκονται μάλλον στην καλύτερή τους περίοδο» και απέδωσε αυτό το γεγονός ακριβώς στην αξία της γεωπολιτικής θέσης της χώρας και στο πώς την “χρησιμοποιεί” προς όφελός της. Η παγκοσμιοποίηση ενίσχυσε, με την κατάρρευση του σοσιαλιστικού μετώπου, τις σχέσεις μεταξύ χωρών αλλά και τις παγκόσμιες ανακατατάξεις» δήλωσε.
«Για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χάσει τη θέση που κατείχαν κάποιες χώρες της, κυρίως η Γερμανία, στην τριάδα των πιο ισχυρών κρατών. Αυτά είναι πλέον η Ρωσία, η Κίνα και οι ΗΠΑ. Και παρότι οι ΗΠΑ είναι η δεύτερη μεγαλύτερη εμπορική και οικονομική δύναμη, ωστόσο είναι η πρώτη στρατιωτική και τεχνολογική, με αποτέλεσμα να μπορεί να υποβάλλει διεθνείς κυρώσεις, κάτι που μπορεί να φέρει και δυσάρεστα αποτελέσματα. Παρ’ όλα αυτά, δύο άλλοι παράγοντες, πέρα από την τεχνολογία και την οικονομία, είναι αυτοί που θα καθορίσουν το νέο συσχετισμό δυνάμεων.
»Αυτοί δεν είναι άλλοι από την κλιματική αλλαγή και την κοινωνική ανισότητα. Ειδικά για τις ΗΠΑ, παρατηρούμε πως το χρέος τους θα φτάσει τα 97 τρις σε 30 χρόνια αν εξακολουθήσει να κυριαρχεί το ίδιο νεοφιλελεύθερο μοντέλο. Την ίδια στιγμή, παρατηρείται μία οξεία αύξηση των ανισοτήτων» εξήγησε.
Όσο για την Ελλάδα ανέφερε πως «γεωπολιτικά και ιστορικά, καθώς δεν ήταν ποτέ αποικιακή δύναμη, έπαιζε το ρόλο της “γέφυρας”». Όσο για τη γείτονα Τουρκία ανέφερε πως «έχει πάψει να είναι μια φτωχή χώρα και τεράστια επιστημονική παραγωγή. Ωστόσο, ενώ όλα τα αγάλματα του Κεμάλ κοιτούν προς τη Δύση, ο Ερντογάν κοιτά προς το Νότο – τη Συρία και το σουνιτικό κόσμο».
Τέλος, ζήτησε από τις ΗΠΑ, στο πλαίσιο της συνεργασίας πανεπιστημίων όπως του Πολυτεχνείου με το Κολούμπια («να τι μπορούν να κάνουν τα δημόσια πανεπιστήμια» είπε), να δώσουν υποτροφίες και σε δημόσια σχολεία.
Ο κ. Κουμουτσάκος, σε διαφορετικό τόνο, έκανε λόγο για μια Ευρώπη που «μετεωρίζεται ανάμεσα σε ένα παρελθόν που προσπαθεί να ξεπεράσει και σε ένα μέλλον που δεν έχει ακόμη διαμορφώσει» και για μια Τουρκία που «είναι δύσκολος γείτονας και αμφιλεγόμενος σύμμαχος, που αποδυτικοποιείται συνεχώς και που παρόλα αυτά είναι κοινό συμφέρον όλων να παραμείνει στη Δύση».
