Ούτε και στη χθεσινή, τρίτη μέρα της συνεδρίασης της ολομέλειας της Βουλής της ΠΓΔΜ, φάνηκε να καταλήγουν τα κόμματα σε κάποια συμφωνία όσον αφορά την πρόταση Ζάεφ για την τροποποίηση του Συντάγματος της χώρας, στη βάση της Συμφωνίας των Πρεσπών. Κανένας βουλευτής δεν φάνηκε να αλλάζει γνώμη, κανένα κόμμα δεν φάνηκε να θέλει να μετατοπιστεί από τις αρχικές του θέσεις.
Η συζήτηση αυτή, που ξεκίνησε τη Δευτέρα, δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ, καθώς και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης VMRO-DPMNE ζητάει να ολοκληρωθεί άμεσα και σύμφωνα με τον κανονισμό του Κοινοβουλίου, μπορεί να διαρκέσει έως δέκα μέρες. Για την έγκριση της πρότασης Ζάεφ απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων της Βουλής, δηλαδή 80 στους 120 βουλευτές, ώστε η διαδικασία τροποποίησης του Συντάγματος να προχωρήσει στα επόμενα στάδια.
Για μία ακόμη φορά, το VMRO-DPMNE επέμεινε στο ότι έχουν ειπωθεί όσα έπρεπε να ειπωθούν, μια θέση στην οποία φαίνεται να είναι αμετακίνητο, καθώς διαφωνεί με τη συμφωνία και επιθυμεί να τερματιστεί η διαδικασία. Οπότε, ακόμα και όσοι από τους βουλευτές του είχαν εγγραφεί στον κατάλογο των ομιλητών αρχικά, τελικά ανακοίνωσαν πως δεν θα μιλήσουν, καθώς τους είναι αδύνατον να ψηφίσουν την πρόταση της κυβέρνησης Ζάεφ, αφού «η Συμφωνία των Πρεσπών είναι επιζήμια για τα εθνικά συμφέροντα της Μακεδονίας».
Συγκεκριμένα, ο αρχηγός του VMRO, Χρίστιαν Μίτσκοσκι, απαντώντας στην επιστολή του Αμερικανού υφυπουργού Εξωτερικών, Γουές Μίτσελ, που πιέζει προς την ολοκλήρωση της συμφωνίας, τόνισε: «Αυτή η συμφωνία είναι επιζήμια για τα συμφέροντα του έθνους και της πατρίδας μου και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτη για το VMRO-DPMNE και τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών της “Δημοκρατίας της Μακεδονίας”, κάτι που φάνηκε και στο πρόσφατο δημοψήφισμα».
Παράλληλα ξεκαθάρισε πως ναι μεν ευχαριστεί τον κ. Μίτσελ και τις ΗΠΑ για την υποστήριξη που παρέχει στη χώρα του όσον αφορά την πορεία της ευρω-ατλαντικής της ενσωμάτωσης, ωστόσο σημείωσε εμφατικά πως «πολύ σύντομα η “Δημοκρατία της Μακεδονίας” θα είναι μέρος της οικογένειας του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., αλλά ως ένα περήφανο και αξιοπρεπές έθνος και όχι ταπεινωμένο και ντροπιασμένο».
