Το βιβλίο του Τάσου Τρίκκα «Από το όραμα στην πράξη» παρουσιάζει δύο παράλληλες ιστορίες, αυτήν του ΚΚΣΕ και αυτήν του ΣΕΚΕ-ΚΚΕ, τις οποίες εμπλέκει μέσω μιας τρίτης, αυτής των σχέσεων του ΚΚΕ με την Κομμουνιστική Διεθνή μέχρι τη διάλυσή της το 1943 και με το ΚΚΣΕ μέχρι το 1945.
Η παρουσίαση δύο ή ακόμη και τριών βιβλίων σε ένα έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και από την πλευρά του ύφους. Το ύφος του συγγραφέα, λιτό και συνάμα έντονο, πηγάζει από την ίδια τη στάση ζωής και την ιδιοσυγκρασία του, καθώς μιλά χωρίς εμπάθεια, αλλά με ειλικρίνεια για τα γεγονότα και με σεβασμό για όλους αυτούς που, αφιερώνοντας τις ζωές τους, φτιάξανε την ιστορία.
Γιος ιδρυτικού μέλους του ΣΕΚΕ και μέλος ο ίδιος της μεταπολεμικής ΕΠΟΝ και της ΕΔΑ που συντάχθηκε μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ με το ΚΚΕ Εσωτερικού, ο Τάσος Τρίκκας μιλά για τα πράγματα δίχως μονομέρεια. Θέτει ουσιαστικά ζητήματα της ιστορίας αρκετά πιο ανοιχτά από όσα έθεσε η ανανεωτική Αριστερά ύστερα από τη διάσπαση του ‘68 και με διαφορετικό μάτι από αυτό της ηγεσίας του ΚΚΕ, που προέκυψε μετά την επέμβαση των «αδελφών κομμάτων» και το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956.
Στο βιβλίο του δηλώνει πως αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη θέση του Πουλαντζά ότι η γραμμή του ΚΚΣΕ παίζει ρόλο κρίκου στη σχέση ΕΣΣΔ με την Κομμουνιστική Διεθνή, ενώ παράλληλα διαπιστώνει ανισότητες στον τρόπο εφαρμογής της από τα διαφορετικά Κ.Κ. Ο συγγραφέας προχωρά παραπέρα την παραπάνω θέση και τοποθετεί από την αρχή του βιβλίου του με σαφήνεια τη δική του άποψη: «Θεμελιακή θέση τής ανά χείρας εργασίας είναι η σχετική (μερική) αυτοτέλεια του ΚΚΕ και η συνακόλουθη παράλληλη, ιδιαίτερη γραμμή του στο πλαίσιο της Κ.Δ.».
Και συμπληρώνει ότι «η ιδιαίτερη γραμμή του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ, όποτε διαμορφώνεται και παρουσιάζεται, αποτελεί εκδήλωση της «δυναμικής της αυτοτέλειας» που το χαρακτηρίζει, παρά την αντίθετη εικόνα που έτεινε να επικρατήσει στο ελληνικό κομμουνιστικό και αριστερό κίνημα». Και πραγματικά είναι αξιοσημείωτο ότι αριστερές και ανανεωτικές απόψεις συχνά αποφεύγουν να τοποθετήσουν τις διαφωνίες που εκφράστηκαν κατά καιρούς από το ΚΚΕ απέναντι στην Κ.Δ. πάνω σε κομβικά ζητήματα. Από αυτή την άποψη, η προσφορά του Τάσου Τρίκκα είναι σημαντική, γιατί τολμά αναζητήσεις και εκτιμήσεις πάνω σε θέματα που για δεκαετίες θεωρούνταν δεδομένα.
Ο Τρίκκας αφιερώνει μεγάλο κομμάτι του βιβλίου του στη στάση του ΚΚΕ απέναντι στο μακεδονικό ζήτημα, «που επιβλήθηκε στη χώρα μας από την Τρίτη Διεθνή και τον εκτελεστικό βραχίονά της, τη Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία». Μιλά αναλυτικά για τις αντιρρήσεις που εκφράζονταν από ηγετικά στελέχη μέσα στο κόμμα και στις διεθνείς συνεδριάσεις απέναντι στη γραμμή για την «ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη», που πλήρωσε ακριβά το αριστερό κίνημα στην Ελλάδα, με επιπτώσεις που συναντώνται μέχρι και σήμερα.
Τοποθετεί το Μακεδονικό ως αποτέλεσμα στρατηγικής επιλογής της Κ.Δ. να ανοίξει επαναστατικό μέτωπο στα Βαλκάνια μετά την υποχώρηση του εργατικού κινήματος στην Ευρώπη, αλλά και ως στοχευμένη πολιτική του βουλγαρικού κόμματος, που ήταν το ισχυρότερο στα Βαλκάνια και με εθνικιστικές τάσεις. Το ΚΚΕ αντίθετα πρόβαλλε αντιρρήσεις, στηριζόμενο κυρίως στη διαφοροποίηση της σύνθεσης των πληθυσμών υπέρ του ελληνικού στοιχείου μετά τις ανταλλαγές που επέφερε η Μικρασιατική Καταστροφή. Σοβαρό λάθος του Ζαχαριάδη που έθεσε ξανά αυτό το ζήτημα στη διάρκεια του Εμφυλίου.
Η δυναμική της αυτοτέλειας του ΚΚΕ τεκμηριώνεται παραπέρα «με ένα ιστορικής εμβέλειας γεγονός: το γνωστό γράμμα του Νίκου Ζαχαριάδη, με το οποίο καλούσε μέσα από το κελί του σε πανεθνικό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα εναντίον του ιταλικού φασισμού» και με το οποίο παραβίαζε την τότε ισχύουσα γραμμή της Κ.Δ. και της ΕΣΣΔ κατά της ανάμιξης στον πόλεμο (με αποτέλεσμα το «pourquoi» του γαλλικού Κ.Κ.).
Παραμένοντας πάντα αυστηρός κριτής του Ζαχαριάδη, ο Τρίκκας δεν διστάζει να θέσει και τα κορυφαία θέματα στρατηγικής όπου αυτός πρόβαλλε την αυτοτέλεια του ΚΚΕ: το γράμμα του 1940, αλλά και τη θεωρία που διατύπωσε το 1945 για έναν ελληνικό άξονα απέναντι στους δύο πόλους, Αγγλία και ΕΣΣΔ. Υπενθυμίζω ότι για δεκαετίες οι θεωρίες αυτές θεωρούνταν εθνικιστικές αποκλίσεις.
Οσον αφορά την κατάσταση στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ο Τρίκκας διατυπώνει με σαφήνεια τη θέση ότι η ηγεσία του ΚΚΕ είχε πλήρως ευθυγραμμιστεί με την Κομιντέρν, έχοντας χαράξει την πολιτική της εθνικής ενότητας και ακολουθώντας τις οδηγίες του διεθνούς κέντρου χωρίς απομάκρυνση.
Ταυτόχρονα, διαπιστώνει μια μετατόπιση της γραμμής μέσα στο 1943, που τείνει σε μια ενότητα από τα κάτω και φτάνει στη δημιουργία κυβερνητικού οργάνου στην ελεύθερη Ελλάδα το 1944, με τη συγκρότηση της ΠΕΕΑ. Και αυτή τη μετατόπιση θεωρεί ο Τρίκκας ως αποτέλεσμα της δυναμικής της αυτοτέλειας του αριστερού κινήματος στην Ελλάδα, που όμως εγκαταλείπεται κάτω από την επίδραση της σοβιετικής πολιτικής και τη σύναψη της συμφωνίας του Λιβάνου.
Κατά συνέπεια, η δυναμική της αυτοτέλειας θα είναι πάντα ένα ζητούμενο για το αριστερό κίνημα, ιδίως σε μια χώρα με τη γεωγραφία και την ιστορία της Ελλάδας, και έχει να κάνει με τη σωστή εκτίμηση της στρατηγικής απέναντι στις μεγάλες δυνάμεις και τα εθνικά θέματα, αλλά και με το κεντρικό ζήτημα της δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα.
* Αρχιτέκτονας, ζωγράφος, πρ. βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ
