Μετά τον κατακερματισμό και τη συρρίκνωση που έφεραν η φθορά της πολυετούς διακυβέρνησης και οι νεοσυντηρητικές επιλογές των τελευταίων ετών, οι δυνάμεις της ελληνικής Κεντροαριστεράς προσπαθούν να ανασυγκροτηθούν και να επανακτήσουν τους δεσμούς τους με την κοινωνία.
Στην προσπάθειά αυτή, θεωρούν ότι η μνημονιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ εξυπηρετεί τον στόχο τους για αλλαγή των συσχετισμών, χωρίς όμως -προς το παρόν- η πραγματικότητα να τους δικαιώνει. Ισως να φταίνε τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν, ίσως το στίγμα να παραμένει ασαφές και να μην πείθει, ίσως το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα να καλύπτει πλέον το σημαντικότερο κομμάτι του χώρου…
Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, αν και διχασμένη ανάμεσα στο μοντέλο Κόρμπιν στη Βρετανία και τη συνταγή Μακρόν στη Γαλλία (η ελληνική περίπτωση μάλλον προσομοιάζει με τη γαλλική, λόγω της μεγάλης καθίζησης των σοσιαλιστικών κομμάτων και στις δύο χώρες), επιχειρεί με τη σειρά της να απομακρυνθεί από τον σφιχτό εναγκαλισμό με την ευρωπαϊκή Δεξιά, δομώντας ξανά τη ρητορική της στη βάση της παραδοσιακής της ιδεολογίας.
Με αφορμή τo προσεχές συνέδριο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης και τις πυκνές εξελίξεις στο πεδίο της Ευρώπης, η «Εφ.Συν.» δίνει τον λόγο σε πολιτικά στελέχη και πολιτικούς επιστήμονες, θέτοντας στο επίκεντρο το ερώτημα «τι πρέπει να κάνει ο ευρύτερος χώρος της Κεντροαριστεράς για να αποτελέσει ξανά ηγεμονική δύναμη στο πολιτικό σύστημα;»
Για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο
Του Παύλου Χρηστίδη – εκπροσώπου Τύπου ΠΑΣΟΚ

Με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝ.ΕΛΛ. να δεσμεύει τη χώρα και τις επόμενες γενιές ώς το 2060, η συζήτηση για το μέλλον αποκτά ειδικά χαρακτηριστικά.
Με δεδομένο ότι το πρόγραμμα δεν βγαίνει, μια και παρόμοιοι δημοσιονομικοί στόχοι δεν έχουν επιτευχθεί πουθενά παγκοσμίως, σύντομα θα κληθούμε να κάνουμε νέες επιλογές για την εθνική μας στρατηγική.
Σε αυτή τη νέα στρατηγική, οι απαντήσεις που θα δώσουν οι προοδευτικές, δημοκρατικές δυνάμεις στις ανάγκες των πολιτών έχουν τη δύναμη να ανατρέψουν τη μίζερη εικόνα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ.
Χρέος μας είναι να κατανοήσουμε τις ανάγκες των πολιτών και να τους προσφέρουμε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο:
❶ Πλήρης και περιεκτική λειτουργία της Ελληνικής Δημοκρατίας, με εγρήγορση για τα εθνικά συμφέροντα και έμφαση στην ισότητα, στη δικαιοσύνη, στην ασφάλεια, στην αποκέντρωση και στη συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και τη λογοδοσία, μέσω νέων τεχνολογιών.
❷ Ολοκληρωμένο σχέδιο αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους των πολιτών και των επιχειρήσεών τους, με νέες ευκαιρίες σε όσους εμφανίζουν οργανωμένη προοπτική ανάκαμψης, διασφάλιση της πρώτης κατοικίας, πάγωμα της οφειλής για τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, αναδιάρθρωση οφειλών με βάση την εμπορική αξία, κίνητρα για τους ενήμερους δανειολήπτες.
❸ Το δίκαιο φορολογικό σύστημα θα ενθαρρύνει την πρωτοβουλία και θα επαναθεμελιώσει τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος. Κάθε ευρώ που θα δίνει ο φορολογούμενος θα συμβάλλει στην κοινωνική κινητικότητα και τη δημιουργία ευκαιριών για τους πολλούς.
❹ Ενα σύγχρονο, ανοιχτό εκπαιδευτικό σύστημα, που θα αναπτύσσει τις προοπτικές ένταξης του νέου στις παγκόσμιες εξελίξεις, ένα νέο εθνικό σύστημα υγείας και πρόνοιας που θα δίνει βαρύτητα στις ανάγκες ενημέρωσης, πρόληψης και θεραπείας και κίνητρα ενίσχυσης της οικογένειας μπορούν να αντιστρέψουν τις αρνητικές προοπτικές του δημογραφικού, που σήμερα φαντάζει ως το πιο σύνθετο πρόβλημα των επόμενων 50 ετών για την Ελλάδα.
Σε όλα τα παραπάνω θα εστιάσει το συνέδριο της Συμπαράταξης που διεξάγεται την επόμενη εβδομάδα. Είμαστε πολλοί που πιστεύουμε πως ήρθε η ώρα να αφήσουμε πίσω όσα οδήγησαν την πολιτική στην απαξίωση και να δώσουμε τη νέα ελπίδα για την επόμενη μέρα της Ελλάδας και ειδικά της νέας γενιάς.
Να γοητεύσουμε ξανά τις παροπλισμένες κοινωνικές δυνάμεις
Του Νίκου Ανδρουλάκη – ευρωβουλευτή ΠΑΣΟΚ

Η χώρα έχει ανάγκη από ισχυρά, αλλά ταυτόχρονα υγιή και δημοκρατικά κόμματα. Φορείς που εκπροσωπούν τα πραγματικά συμφέροντα των πολιτών και δεν είναι πελατειακοί μηχανισμοί για τον έλεγχο της εξουσίας από μια μικρή ελίτ που, ενώ ομνύει στο όνομα της κοινωνίας, συστηματικά την περιφρονεί. Το επικείμενο συνέδριο πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία αυτής της προσπάθειας για τη δημιουργία μιας σύγχρονης, προοδευτικής παράταξης.
Στην Ελλάδα υπάρχουν ζωντανές κοινωνικές δυνάμεις που είναι παροπλισμένες πολιτικά. Η απογοήτευση του κόσμου για την πολιτική βαίνει κλιμακούμενη. Ολο και περισσότεροι και ιδιαίτερα οι νέοι θεωρούν ότι η ενασχόληση με τα κοινά είναι χαμένος χρόνος ή ιδιοτελής στάση. Αυτό το στερεότυπο πρέπει να ανατραπεί.
Η δημιουργία ενός σύγχρονου σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος για τους θεσμούς, την οικονομία και το κοινωνικό κράτος είναι μονόδρομος για να γοητεύσουμε ξανά τους πολίτες.
Ριζοσπαστικό πρόγραμμα, όχι τελετουργικές διαδικασίες
Του Δημήτρη Τσιόδρα – εκπροσώπου Τύπου στο Ποτάμι

H ανασυγκρότηση του προοδευτικού χώρου, ώστε να ανακτήσει την ηγεμονία, δεν είναι διαδικαστικό ζήτημα. Είναι ένα θέμα καθαρά πολιτικό.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την ψήφιση δύο μνημονίων κι αφού έχουν καταρρεύσει θορυβωδώς όλες οι εξαγγελίες του, εγκαταλείπει σταδιακά τη ριζοσπαστική Αριστερά και επιχειρεί να στραφεί προς την Κεντροαριστερά. Θέλει να εκφράσει τον χώρο, παρότι συγκυβερνά με ένα ακροδεξιό κόμμα και ο πυρήνας των αντιλήψεών του δεν έχει να κάνει σε τίποτα με τη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία.
Ο κ. Τσίπρας αντιλαμβάνεται ότι η στροφή αυτή είναι όρος πολιτικής επιβίωσης και είναι διατεθειμένος να φορέσει το κοστούμι που του διασφαλίζει την εξουσία.
Ο προοδευτικός χώρος, οι δυνάμεις του ριζοσπαστικού Κέντρου οφείλουν να απαντήσουν προβάλλοντας τον δικό τους δρόμο. Ποιος είναι αυτός; Του Κόρμπιν, τον οποίο χειροκροτούν ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ, ή ενός νέου κινήματος όπως αυτό του Μακρόν στη Γαλλία;
Η κρατικίστικη λογική του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ‘80 έχει γίνει πλέον γήπεδο του ΣΥΡΙΖΑ. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από ριζικές αλλαγές, ξεκινώντας από το κράτος και την παιδεία.
Εχει ανάγκη από ένα νέο κίνημα. Τα κινήματα εκφράζουν κοινωνικές δυνάμεις και οι δυνάμεις που αναζητούν έκφραση σήμερα είναι εκείνοι που δημιουργούν και οι άνεργοι.
Αυτοί δεν συγκινούνται από την αναδιατύπωση των διακηρύξεων του Α. Παπανδρέου ούτε από τελετουργικές συναντήσεις. Χρειάζεται ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα και δυναμική είσοδος στο προσκήνιο νέων δυνάμεων, με την παράλληλη συνδρομή προσώπων που έχουν αφήσει θετικό αποτύπωμα στο παρελθόν. Το Ποτάμι γι’ αυτό το κίνημα προσπαθεί και θα συμβάλει σε αυτό μαζί με τις δυνάμεις που κινούνται στην ίδια κατεύθυνση.
Η σοσιαλδημοκρατία πέρα από την «πασοκοποίηση»
Του Γιάννη Μπαλαμπανίδη πολιτικού επιστήμονα

Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ευρωκομμουνισμός. Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά»
Το 2015, η Ελλάδα ήταν μια ανορθογραφία της ευρωπαϊκής πολιτικής, ιδίως όσον αφορά τον χώρο εκείνο που στην πολιτική τοπολογία κείται αριστερά του Kέντρου. Η εγχώρια εκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας, το ΠΑΣΟΚ, είχε καταρρεύσει, στο αριστερό σκέλος του άξονα κυριαρχούσε η ριζοσπαστική Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ και τον κεντρο-αριστερό χώρο διεκδικούσαν παραπάνω από ένα σχήματα.
Δυόμισι χρόνια αργότερα, η μεταδοτική ασθένεια που ονομάστηκε «pasokification» προσέβαλε και άλλα, μέχρι πρότινος κραταιά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, όπως στην Ολλανδία και βεβαίως στη Γαλλία, που υποχώρησαν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, αφήνοντας κενό στον πολιτικό χάρτη.

Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία βρέθηκε στρατηγικά απαράσκευη μπροστά στην κρίση του 2008, παρότι αυτή είχε τη ρίζα της στις κυρίαρχες ιδέες του αντίπαλου στρατοπέδου (απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα κ.ο.κ.).
Η αμηχανία σύντομα έδωσε τη θέση της σε ένα μωσαϊκό διαδρομών, χωρίς συνοχή, που ακολούθησαν τα σοσιαλιστικά κόμματα προσπαθώντας να παραμείνουν δυνάμεις διακυβέρνησης ή έστω κόμματα «relevant», κατά την ορολογία του Τζιοβάνι Σαρτόρι, δηλαδή ικανά, λόγω μεγέθους ή πολιτικού εκτοπίσματος, να επηρεάζουν προς η μία ή την άλλη κατεύθυνση το πολιτικό σύστημα μιας χώρας.

Στα νότια, οι Πορτογάλοι Σοσιαλιστές συγκυβερνούν με τη ριζοσπαστική Αριστερά και τους παραδοσιακούς κομμουνιστές, υπό τα λάβαρα της αντι-λιτότητας, αποκομίζοντας μέχρι στιγμής σημαντικά δημοσκοπικά οφέλη· στην Ισπανία, ο Πέδρο Σάντσες αποκαθηλώθηκε από την παλιά φρουρά του PSOE εγκαλούμενος για το φλερτ με τους Podemos, ωστόσο ανέκτησε την ηγεσία των διχασμένων Σοσιαλιστών και ενδέχεται να αναθεωρήσει την επιλογή στήριξης της κυβέρνησης Ραχόι.

Στο ευρωπαϊκό «Κέντρο», οι Γάλλοι Σοσιαλιστές, μετά τη δύσκολα υπερασπίσιμη θητεία Ολάντ και την άτεχνη επαναφορά στα αριστερά που επιχείρησε ο Αμόν, φυλλορρόησαν υπέρ του Μελανσόν στα αριστερά και του Μακρόν στα δεξιά, ενώ η προσπάθεια του Σουλτς να βγάλει το γερμανικό SPD από τη βαριά σκιά της χριστιανοδημοκρατικής ηγεμονίας δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να αποδίδει.
Σε αυτό το μωσαϊκό, τρεις ψηφίδες διακρίνονται καθαρότερα: «συγκατοίκηση», «μετεξέλιξη», «επιστροφή». Η πορτογαλική εμπειρία υποδεικνύει ένα μοντέλο ανανέωσης της σοσιαλδημοκρατίας διά της ανταγωνιστικής συμβίωσης με την Αριστερά· η περίπτωση Μακρόν υποδεικνύει μια «μετεξέλιξη» διά της οριστικής μετατόπισης προς ένα σοσιαλ-φιλελεύθερο Κέντρο (περισσότερο φιλελεύθερο, παρά σοσιαλιστικό)· η πρόσφατη επιτυχία του Κόρμπιν στη Βρετανία δείχνει στην κατεύθυνση μιας παλιομοδίτικης, πλην πειστικής «επιστροφής» στις ρίζες της εργατικής πολιτικής.
Η σοσιαλδημοκρατία έχει μπει σε φάση ριζικής απροσδιοριστίας, καθώς κλείνει ένας κύκλος προσαρμογής της στις συνθήκες του ύστερου καπιταλισμού, που έδωσε πετυχημένα αλλά παρωχημένα πλέον παραδείγματα πολιτικής, σαν τον Τρίτο Δρόμο του Μπλερ ή την Πληθυντική Αριστερά του Ζοσπέν. Αυτό που αναζητείται είναι μια νέα πολιτική σύνθεση, ελκυστική εξίσου για τους χαμένους της άνισης παγκοσμιοποίησης, τους outsiders του εργασιακού και προνοιακού συστήματος, τα δυναμικά παγκοσμιοποιημένα μεσοστρώματα.
Μια τέτοια σύνθεση δεν μπορεί να οργανωθεί γύρω από κάποια (σε παλαιομαρξιστική διάλεκτο) «κυρίαρχη αντίθεση» ανάμεσα στα ανορθολογικά λαϊκιστικά πάθη και τη μονοδρομική επιταγή των «αναγκαίων μεταρρυθμίσεων». Οπως γράφει ο Jan-Werner Müller («Τι είναι ο λαϊκισμός;», Πόλις, 2017), «μπορεί ο “θυμός” ή η “απογοήτευση” να μην είναι πάντοτε απολύτως ευκρινή, αλλά δεν είναι ποτέ “απλώς και μόνο συναισθήματα” […] η απλή μετάθεση της συζήτησης στο πεδίο της κοινωνικής ψυχολογίας συνιστά παραγνώριση ενός θεμελιώδους δημοκρατικού καθήκοντος: της υποχρέωσης για ορθολογικό συλλογισμό».
Ταυτόχρονα, η νέα σύνθεση δεν μπορεί παρά να οργανωθεί με επίκεντρο το ίδιον της σοσιαλδημοκρατικής φυσιογνωμίας: έναν επικαιροποιημένο συμβιβασμό κεφαλαίου-εργασίας, αλλά επ’ ωφελεία του ανίσχυρου μέρους, χωρίς να παραγνωρίζεται δηλαδή ότι η σοσιαλδημοκρατία υπήρξε «μορφή διακυβέρνησης» θεμελιωμένη σε μια οργανική σχέση με τον κόσμο της εργασίας, σε ένα διαρκές δούναι και λαβείν ανάμεσα στην κυβερνητική μετριοπάθεια και τις μεταρρυθμίσεις κοινωνικής προστασίας, τη μείωση των ανισοτήτων, την αναδιανομή, την αντικυκλική πολιτική (A. Bergounioux & B. Manin, Le régime social-démocrate, PUF, 1989).
Οπως στην εισαγωγική σκηνή στο «Match Point» του Γούντι Αλεν το μπαλάκι του τένις έχει χτυπήσει στο δίχτυ και αιωρείται χωρίς να ξέρουμε αν τελικά θα πέσει από τη μία ή την άλλη μεριά, έτσι και η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται σε σταυροδρόμι με άδηλη κατάληξη – ενδεχομένως τρίστρατο, αν σκεφτούμε τις βασικές κατευθύνσεις που διαγράφονται.
Προς τα πού θα κινηθεί είναι ένα ανοιχτό στοίχημα, όχι μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά και στα καθ’ ημάς, όπου όσο ο ΣΥΡΙΖΑ αδυνατεί ή μοιάζει απρόθυμος να καταλάβει τον σοσιαλδημοκρατικό χώρο, εγκλωβισμένος στην παραφθορά της κάποτε «αντιμνημονιακής» σύμπλευσης με τους ΑΝ.ΕΛΛ., αφήνει ακόμη μια ευκαιρία στη Δημοκρατική Συμπαράταξη να αποκτήσει ξανά πολιτικό ενδιαφέρον και ορατότητα. Σε αυτό όμως θα χρειαστεί να επανέλθουμε.
Να μπει τέλος στην επικυριαρχία του «αριστερού» λαϊκισμού και του δεξιού «ελιτισμού»
Του Γιώργου Πεταλωτή – εκπροσώπου Τύπου Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών

Ο χώρος της Σοσιαλδημοκρατίας στη μεταπολιτευτική Ελλάδα κάθε φορά που δεν ασκούσε εξουσία γινόταν αντικείμενο εκλογικής λεηλασίας είτε από δεξιά είτε από αριστερά.
Η ιδεολογική και πολιτική του νόθευση βοηθούσε σε αυτό. Παρά το γεγονός ότι από το ‘81 και μετά, παρά τις όποιες στρεβλώσεις, είναι οι δυνάμεις του αποκλειστικά που άλλαξαν την κοινωνία και την προχώρησαν, καθώς και έφεραν μεγάλες μεταρρυθμίσεις μέχρι το 2012, φορτώθηκε πολύ μεθοδευμένα τη ρετσινιά του Μνημονίου για να απαλλαγούν η Ν.Δ. και ο ΣΥΡΙΖΑ. Σήμερα εκλογικά παραμένει ισχνός.
Παρά την αισιοδοξία που δημιουργούν οι διεργασίες ενότητας στη Δημοκρατική Συμπαράταξη και την κοινή πεποίθηση ότι ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε η Ν.Δ. μπορούν να βγάλουν τη χώρα από την κρίση, απαιτείται μια ριζοσπαστική συνολική πρόταση από τον χώρο μας την οποία να εκφέρουν και νέα πρόσωπα. Η καχυποψία της κοινωνίας και η οργανωμένη στρέβλωση καλά κρατούν.
Γι’ αυτό θα πρέπει να υπάρξουν νέες καινοτόμες προτάσεις σε όλα τα επίπεδα, που θα κληθούν να τις επεξεργαστούν και να τις εκφράσουν νέα στελέχη ώστε να γίνουν και ελκυστικές. Διαδικασίες αναπαραγωγής βουλευτικών εδρών και οφιτσίων ούτε πείθουν ούτε αφορούν κανέναν.
Αντίθετα, πρωτοβουλίες ενότητας βασισμένες σε αρχές, χωρίς αγκυλώσεις, αλλά ούτε και ασαφείς στηρίξεις και ταυτίσεις με Δεξιά και Αριστερά, ειλικρίνεια και ρεαλιστική επανεκκίνηση με δυναμικά σοκ, με κοινωνική ενσυναίσθηση όσων πιστεύουμε στον δημοκρατικό σοσιαλισμό και τον πολιτικό φιλελευθερισμό μπορούν να ξαναγεννήσουν το προοδευτικό.
Να βγάλουν τη χώρα από την κρίση, να σταματήσουν την επικυριαρχία του «αριστερού» λαϊκισμού και του δεξιού «ελιτισμού». Πιστεύω πως υπάρχει ακόμη χρόνος και υπάρχουν και οι πολιτικές δυνάμεις στον χώρο μας που μπορούν να βοηθήσουν να τελεσφορήσει το εγχείρημα. Αρκεί να συνειδητοποιήσουμε τις ανάγκες της χώρας και τις ικανότητές μας.
Νέο ενιαίο κόμμα με νέα πρόσωπα και σύμβολα
Του Θανάση Θεοχαρόπουλου – προέδρου ΔΗΜΑΡ, κοινοβουλευτικού εκπροσώπου Δημοκρατικής Συμπαράταξης

Για να επανακτήσει ο προοδευτικός κεντροαριστερός χώρος τον ηγεμονικό του ρόλο απαιτούνται υπερβάσεις σε όλα τα επίπεδα. Χωρίς ανασφάλειες, κομματικές περιχαρακώσεις και τάσεις ηγεμονισμού που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Με μια ξεκάθαρη πολιτική και προγραμματική πρόταση για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της καθημερινότητας.
Σε αυτό στοχεύει το Συνέδριο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης. Η πρόκληση είναι να γίνει η προοδευτική παράταξη ένα κόμμα της βάσης και όχι ένα κόμμα παραγόντων. Να δημιουργήσουμε το νέο σε πρόσωπα, ιδέες, προγράμματα και σύμβολα.
Μόνο με μια τέτοια λογική μακριά από τα στερεότυπα του παρελθόντος και έναν σύγχρονο πολιτικό λόγο μπορούμε να εκφράσουμε ευρύτερα πλειοψηφικά ρεύματα.
Με ανανέωση και όχι αναπαλαίωση. Με έναν οδικό άξονα που θα οδηγεί στον νέο ενιαίο σοσιαλδημοκρατικό φορέα με υπέρβαση των υφιστάμενων κομμάτων και κινήσεων μέσα από ένα ιδρυτικό συνέδριο και εκλογή επικεφαλής από τη βάση εντός του 2017.
Μια ενιαία προοδευτική παράταξη μπορεί να ανατρέψει τους πολιτικούς συσχετισμούς και να δώσει απαντήσεις στα προβλήματα της εποχής.
Πρόγραμμα ιδιόκτητων προοδευτικών μεταρρυθμίσεων
Του Παναγιώτη Κ. Ιωακειμίδη – μέλους των Κινήσεων Πολιτών για τη Σοσιαλδημοκρατία, ομότιμου καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών

Στο καίριο ερώτημα «τι πρέπει να κάνει ο ευρύτερος χώρος της Κεντροαριστεράς για να ηγεμονεύσει στο πολιτικό σκηνικό;» η απάντηση είναι ίσως απλή στη διατύπωση, δύσκολη όμως στην υλοποίηση.
Για να ηγεμονεύσει ο χώρος οφείλει ουσιαστικά να ακούσει και ανταποκριθεί σε αιτήματα, προκλήσεις, προβλήματα της σύγχρονης πραγματικότητας με ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα ιδιόκτητων προοδευτικών, ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων για τη χώρα, που θα την οδηγούν έξω από την κρίση και την παρακμή -οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική-, που θα την «επιστρέφουν» στην Ευρώπη ως ισχυρή, κανονική, ισότιμη χώρα-μέλος στον εσωτερικό πυρήνα του συστήματος, που θα αποκαθιστούν την κοινωνική δικαιοσύνη και την προοπτική για το μέλλον μετά τις οπισθοδρομήσεις των τελευταίων χρόνων.
Ενα πρόγραμμα που θα στηρίζεται στις αυθεντικές και όχι κίβδηλες αξίες της δημοκρατικής Αριστεράς.
Παράλληλα όλες οι δυνάμεις, φορείς, προσωπικότητες του ευρύτερου χώρου οφείλουν να ξεπεράσουν οποιαδήποτε εμπόδια και αντιλήψεις και να συμπράξουν ενεργά στη διαδικασία για τη σύσταση του ενιαίου φορέα της Κεντροαριστεράς/Σοσιαλδημοκρατίας/Προοδευτικού Κέντρου/Οικολογίας, φορέα που τόση ανάγκη έχει η χώρα για να βγει από την κρίση και να ανακτήσει την προοπτική της κανονικής, δυναμικής ευρωπαϊκής χώρας, μακριά από πρωτόγονους εθνολαϊκισμούς κάθε απόχρωσης.
Το συνέδριο της ΔΗΣΥ θέλει να εξυπηρετήσει αυτούς τους στόχους με νέο λόγο, νέο ήθος, νέες προσεγγίσεις, νέα αισθητική – την αισθητική της δημοκρατικής Αριστεράς.
Οι Κινήσεις Πολιτών για τη Σοσιαλδημοκρατία εργάζονται με συνέπεια, σταθερότητα και εργατικότητα για την προώθηση των στόχων αυτών με, μεταξύ άλλων, την ενεργοποίηση των πολιτικά ευαίσθητων και ανήσυχων πολιτών για το μέλλον της χώρας.
