Tην ώρα που τρίζει ο θεσμός της προσωπικής διαφοράς στις καταβαλλόμενες συντάξεις και μάλιστα χωρίς ακόμη να έχει ξεκινήσει, η ελληνική κυβέρνηση μπαίνει στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές μας θέλοντας να σημειώσει μια νίκη στα εργασιακά, αλλά και έχοντας ένα κρυφό ατού στο θέμα της μείωσης των συντάξιμων αποδοχών…
Οσον αφορά τον θεσμό της προσωπικής διαφοράς μπορεί οι δανειστές να θέλουν ενεργοποίηση του «κόφτη» ακόμη και μέσα στο 2018 (αν δεν πιαστούν οι στόχοι των εσόδων για το ασφαλιστικό σύστημα), ωστόσο η κυβέρνηση, όπως αποκαλύπτει σήμερα η «Εφ.Συν.», έχει ένα ατού που δίνει διαπραγματευτικό αέρα στις επικείμενες συζητήσεις.
Αυτό δεν είναι άλλο από την υπεραπόδοση των επενδύσεων των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων. Μάλιστα όπως πληροφορούμαστε, ουσιαστικά μιλά για υπερδιπλάσιο ποσό από τις αρχικές εκτιμήσεις.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Οι δανειστές και η κυβέρνηση εισέρχονται από σήμερα σε έναν νέο κύκλο συζητήσεων με στόχο να υπογραφεί μια συμφωνία με τις ελληνικές αρχές που θα αφορά αφ’ ενός τα ανοιχτά ζητήματα της δεύτερης αξιολόγησης (συμπεριλαμβάνονται τα εργασιακά) και αφ’ ετέρου το πακέτο των μέτρων που θα πρέπει να προνομοθετηθούν για τη διετία 2019-2020. Στα μέτρα αυτά έχει σαφώς περιληφθεί και το εκ νέου μεταρρυθμιστικό πλαίσιο στις καταβαλλόμενες συντάξεις.
Το πρόβλημα δεν είναι άλλο βέβαια από την «τρύπα» στα οικονομικά του ασφαλιστικού συστήματος (έσοδα μείον έξοδα). Μάλιστα υπολογίζεται το άνοιγμα σε περίπου 2 δισ. στο τέλος του 2017, με τους θεσμούς να προσβλέπουν σε κλείσιμο της «μαύρης τρύπας» με μείωση των καταβαλλόμενων συντάξεων (μέσω της προσωπικής διαφοράς), μείωση των ποσών της εθνικής σύνταξης (δηλαδή να μειωθούν τα 384 ευρώ που έχουν θεσμοθετηθεί για 20 χρόνια εργασίας και τα οποία μειώνονται περίπου 2% για κάθε έτος ασφάλισης που υπολείπεται των 20 ετών) και αύξηση των εισφορών των αυτοαπασχολουμένων (μέσω του υπολογισμού των ασφαλίστρων χωρίς πρώτα να αφαιρεθούν τα ποσά που καταβλήθηκαν για ασφαλιστικές εισφορές το προηγούμενο έτος).
Περικοπή δαπάνης
Πίσω από αυτούς τους ορισμούς κρύβεται ωστόσο ένα μέτρο που δεν είναι άλλο από την περικοπή της συνταξιοδοτικής δαπάνης που σημαίνει νέα μείωση των συντάξεων. Δηλαδή τίθεται εν αμφιβόλω η καταβολή της προσωπικής διαφοράς μετά τις 31.12.2018 για τις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι όλες οι συντάξεις με βάση τον νόμο Κατρούγκαλου θα επανυπολογιστούν με το καινούργιο σύστημα υπολογισμού (φέρνει τεράστιες περικοπές) αλλά μέχρι το τέλος του 2018 θα δίνεται αυτή η μείωση με τον θεσμό της προσωπικής διαφοράς.
Σύμφωνα με τους κυβερνητικούς υπολογισμούς αυτή η προσωπική διαφορά θα κυμαίνεται από 6% μέχρι και 40% (αντίστοιχη θα είναι και η μείωση αν και εφόσον καταργηθεί ο θεσμός της υποχρεωτικής διαφοράς).
Ουσιαστικά εμπειρογνώμονες του χώρου της κοινωνικής ασφάλισης μιλούν για μεσοσταθμική μείωση στις συντάξεις της τάξης του 17% (με δεδομένο όμως ότι περιλαμβάνονται και οι μνημονιακές μειώσεις στις συντάξεις που έγιναν το 2011 και 2012 επί υπουργίας Κουτρουμάνη και Βρούτση που ωστόσο έχουν κριθεί αντισυνταγματικές). Αν λοιπόν δεν περιληφθούν αυτές οι μειώσεις, τότε η μεσοσταθμική μείωση των συντάξεων εξακοντίζεται σε πάνω από 30%.
Υπό το βάρος αυτών των δεδομένων η ελληνική κυβέρνηση, σύμφωνα πάντα με πληροφορίες, εμφανίζεται έτοιμη να προτείνει τη σταδιακή περικοπή κατά 50% της προσωπικής διαφοράς την τριετία 2019-2021 με το υπόλοιπο 50% να περικόπτεται την αμέσως επόμενη τριετία (2022-2025).
Στο μέτωπο των εργασιακών πάντως η κυβέρνηση θεωρεί ότι έχει πετύχει σε πολιτικό επίπεδο τον εγκλωβισμό των νεοφιλελεύθερων πρακτικών και ως εκ τούτου είναι κοντά στο να καταφέρει να πετύχει τον στόχο της επαναφοράς των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Το τι προσπαθεί να πετύχει η κυβέρνηση περιγράφηκε ενδελεχώς από την αν. υπουργό Εργασίας Ρ. Αντωνοπούλου κατά την παρέμβασή της σε συνέδριο που συνδιοργάνωσαν, στις 23 και 24 Φεβρουαρίου, στις Βρυξέλλες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας.
«Η ενεργοποίηση του μηχανισμού επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και η εισαγωγή της ευνοϊκότερης ρύθμισης θα συμβάλουν ουσιαστικά στην αντιμετώπιση των οξυμένων ανισοτήτων που έχουν δημιουργηθεί στον κόσμο της εργασίας από το 2010 και μετά», επισήμανε, μεταξύ άλλων, η κ. Αντωνοπούλου.
