Την πρόθεση της κυβέρνησης να καταθέσει πρόταση με περίγραμμα κατηγοριών μέτρων, τα οποία θα ενεργοποιηθούν σε περίπτωση που δεν πιαστούν οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα μετά το 2018, προκειμένου να αρθούν οι αντιρρήσεις κυρίως από το ΔΝΤ, εκφράζει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο οποίος θα παρουσιάσει την πρότασή του στο Eurogroup της Πέμπτης.
Σε συνέντευξή του στο «Έθνος της Κυριακής» ο υπουργός Οικονομικών δήλωσε ότι ότι η ελληνική πλευρά να διατεθειμένη «να περιγράψει κάποιες κατηγορίες μέτρων τα οποία κατά την άποψη των δανειστών ενδεχομένως χρειαστούν μετά το τέλος του προγράμματος» για να προσθέσει όμως ότι θεωρεί πως αυτές οι κατηγορίες μέτρων είναι απίθανο να χρειαστούν.
Επανέλαβε ότι η Αθήνα «δεν πρόκειται να νομοθετήσει τώρα μέτρα για το 2019 και μετά» και τόνισε ότι «μόνο το ΔΝΤ ζητά εκ των προτέρων ψήφιση των μέτρων γιατί μόνο το ΔΝΤ αμφισβητεί ότι θα φτάσουμε στο 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα το 2018».
Χαμηλώνει τον πήχη των προσδοκιών αναφορικά με το Eurogroup της 26ης Ιανουαρίου, όπου «στόχος είναι να καταγραφεί πρόοδος στις συζητήσεις». Στη συνέχεια σημειώνει ότι «έχουμε να συζητήσουμε τις μεταρρυθμίσεις, τους δημοσιονομικούς στόχους» εντός προγράμματος και μετά από αυτό, αλλά και «πώς θα διασφαλιστεί η επίτευξή τους».
Σχετικά με το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, ο κ. Τσακαλώτος σημειώνει ότι πρέπει να περιέχει μια συμφωνία – πακέτο για τα δημοσιονομικά μέτρα και το χρέος και αναφέρεται στην πρόταση της ελληνικής πλευράς για πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 2,5% για μετά το 2018, σε αντίθεση με το 3,5% που ζητά η Γερμανία.
«Κανένας δεν θέλει να δει την αναβίωση του 2015», υπογραμμίζει για να συμπληρώσει ότι το 1% του πλεονάσματος είναι για τη μείωση των κοινωνικών εισφορών και των φόρων. «Για να ελαφρυνθεί το βάρος στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δεδομένου και του γεγονότος ότι ο Β. Σόιμπλε θεωρεί πως το μεγάλο πρόβλημα για την Ελλάδα δεν είναι το χρέος, αλλά η ανταγωνιστικότητα», λέει.
Για το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης αναγνωρίζει ότι «οι Γερμανοί δεν το βλέπουν με καλό μάτι», από την άλλη όμως, «ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών δεν έχει κανένα λόγο να μη βοηθήσει να μπει η Ελλάδα σε αυτό το πρόγραμμα. ‘Αρα, είναι λογικό να περιμένουμε, με συγκρατημένη αισιοδοξία, τη γρήγορη ένταξή μας στο πρόγραμμα, μετά το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης», το οποίο όμως θα πρέπει να περιλαμβάνει «και την περιγραφή των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος, τα οποία θα είναι άμεσα συσχετισμένα με τα βραχυπρόθεσμα μέτρα, των οποίων η υλοποίηση βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη».
Στη συζήτηση για αναβαθμισμένο ρόλο του ESM, ο υπουργός Οικονομικών παρεμβαίνει σημειώνοντας ότι «ως Ευρωπαίο, η θέση ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να λύνουν τα ευρωπαϊκά προβλήματα με βρίσκει σύμφωνο». Ταυτόχρονα όμως με το ρόλο που θα παίζει ο ESM, «χρειαζόμαστε και την Κομισιόν».
Τέλος, άφησε αιχμές κατά του διευθυντή του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ, Πολ Τόμσεν, «ο οποίος προέβλεψε προσφάτως ότι στην Ελλάδα η πτώση της ανεργίας θα συμπέσει περίπου με την περιόδο που ο Αντετοκούνμπο θα γίνει παππούς. Πρέπει όμως να προσθέσω ότι από την έως τώρα εμπειρία μου, δεν έχω πειστεί απολύτως ότι οι συζητήσεις που γίνονται πηγάζουν πάντα από την εγκυρότητα των οικονομικών επιχειρημάτων».
