Με βασικό επιχείρημα τη διεθνή εμπειρία, που έχει καταδείξει ότι η ενίσχυση χρήσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών έχει θετικό αποτέλεσμα στην προσπάθεια περιορισμού της φοροδιαφυγής, η κυβέρνηση προωθεί την ανάπτυξη του «πλαστικού χρήματος».
Το «χτίσιμο» του αφορολόγητου αποτελεί το ισχυρότερο κίνητρο για τους φορολογούμενους ώστε να χρησιμοποιούν τις κάρτες (πιστωτικές και χρεωστικές) καθώς έτσι κάθε συναλλαγή καταγράφεται, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα φορολογικά έσοδα.
Το μέγεθος της παραοικονομίας στην Ελλάδα το 2015 εκτιμάται ότι ανήλθε στο 25% του ΑΕΠ, ήτοι στα 45 δισ. ευρώ.
Βάσει των εκτιμήσεων, η μείωση κατά 5 δισ. ευρώ θα μπορούσε να επιφέρει επιπλέον έσοδα πάνω από 1 δισ. ευρώ ετησίως (ΦΠΑ, φορολογία φυσικών και νομικών προσώπων).
Τραπεζικά στελέχη εκτιμούν ότι το 2017 οι συναλλαγές με πλαστικό χρήμα θα ανέλθουν στα 20 δισ. ευρώ έναντι 15 δισ. ευρώ που είναι η εκτίμηση για το 2016 και χωρίς να περιλαμβάνονται οι συναλλαγές με πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες που έκαναν οι τουρίστες και ανεβάζουν το ποσόν στα 17 δισ. ευρώ.
Παρά το γεγονός ότι τα capital controls «ανάγκασαν» τους Ελληνες να στραφούν στη χρήση «πλαστικού» χρήματος, η Ελλάδα υστερεί σ’ αυτόν τον τομέα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Στη χώρα μας κάθε πολίτης πραγματοποιεί 18 συναλλαγές με κάρτα πληρωμών –δεν περιλαμβάνονται οι αναλήψεις μετρητών– και κάθε πολίτης της Ε.Ε πάνω από 100 κατά μέσον όρο.
