Ακραίες απαιτήσεις ικανές να πυροδοτήσουν ακόμη και πολιτικές εξελίξεις αποτελεί η εμμονή του ΔΝΤ για προκαταβολικά μέτρα 4,2 δισ. ευρώ τη διετία 2019-2020. Λίγο πριν το κρίσιμο Eurogroup της 5ης Δεκέμβρη στο οποίο κανονικά επρόκειτο να παιχθούν «όλα για όλα» , αξιολόγηση και αποφάσεις για το χρέος, το Ταμείο πηγαίνει πίσω το στόχο για τεχνική συμφωνία (Staff Level Agreement). Κυβερνητικές πηγές τονίζουν ότι δεν μπορούν να γίνουν δεκτά τα μέτρα αυτά.
Ανάμεσα στα σκληρά μέτρα λιτότητας που απαιτεί το Ταμείο είναι και η μείωση του αφορολόγητου στα 5.000-6.000 ευρώ, αλλά και νέες περικοπές στις συντάξεις.
Σύμφωνα με κυβερνητική πηγή οι πιθανότητες για επίτευξη συμφωνία στις 5 Δεκέμβρη είναι εξαιρετικά μειωμένες παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στα «αγκάθια» της αξιολόγησης. Αντίθετα ανοιχτός φαίνεται πως είναι ο δρόμος αυτό να συμβεί σε έκτακτη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης πριν από τα Χριστούγεννα, έπειτα και από προτροπή των θεσμών για σύνταξη τεχνικών κειμένων συμφωνίας έως το τέλος του 2016.
Αξιωματούχος της κυβέρνησης ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «τίποτα δεν θα κλείσει εάν δεν κλείσουν όλα σε ένα μεταγενέστερο Eurogroup εντός του έτους» προσθέτοντας «ευελπιστούμε στο Eurogroup οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί να πουν πως έχουμε κλείσει το 95% και το ΔΝΤ να πει πως θέλει να συνεχίσει τη συζήτηση τόσο για τα μέτρα μετά το 2018 όσο και την ελάφρυνση του χρέους».
Αποκλείεται, συνεπώς, το σενάριο να βγουν από την ατζέντα τα εργασιακά, ώστε να ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση του τρίτου μνημονίου.
«Τορπίλη» από το Ταμείο
Οι νέες απαιτήσεις του ΔΝΤ ουσιαστικά βάζουν τορπίλη στη διαπραγμάτευση, καθώς απαιτεί προκαταβολικά μέτρα 4,2 δισ. ευρώ για το 2019-2020 εφόσον οι στόχοι για το πλεόνασμα παραμείνουν στο 3,5% για μετά το 2018. Το Ταμείο προσπαθεί με αυτόν τον τρόπο να ασκήσει πίεση προς τους Ευρωπαίους για να μειωθούν οι στόχοι του πλεονάσματος.
Κυβερνητική πηγή, πάντως, ξεκαθαρίζει ότι «δεν μπορούμε να ψηφίσουμε από τώρα μέτρα για το 2019 και 2020 και δεν υπάρχει οικονομική λογική σε αυτό. Μας έχει προταθεί να μην τα ψηφίσουμε τα μέτρα και να τα βάλουμε σε πολιτική συμφωνία» και προσθέτει «το ΔΝΤ δεν έχει το θάρρος της γνώμης του, καθώς θα έπρεπε να ζητήσει ξεκάθαρα μείωση χρέους από τους Ευρωπαίους και την ίδια στιγμή να ξεκαθαρίσει πως δεν επιθυμεί υψηλά πλεονάσματα.»
Ερωτηθείς για το εάν το ΔΝΤ θα δεχόταν την επέκταση του δημοσιονομικού κόφτη μετά το 2018 και έως το 2020 το ίδιο στέλεχος είπε πως το ΔΝΤ έχει «μεγάλη απέχθεια» στο κόφτη αποκαλύπτοντας, όμως ότι είναι αυξημένη η πιθανότητα ο στόχος για τα πρωτογενή πλεονάσματα να παραμείνει έως το 2020 στο 3,5% του ΑΕΠ, δεδομένου ότι το θέλουν πολλά κράτη της Ευρωζώνης και η Αθήνα στερείται συμμάχων.
«Όλοι θέλουν να υπάρξει συμφωνία σε πολιτικό επίπεδο. Ο στόχος κάθε προγράμματος είναι να τελειώσει» ανέφερε χαρακτηριστικά ο κυβερνητικός αξιωματούχος και συμπλήρωσε ότι στόχος της κυβέρνησης είναι «να μπούμε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) το Φεβρουάριο ή το Μάρτιο» και πως όλοι ανεξαρτήτως οι Ευρωπαίοι συμμερίζονται τη σημασία της εξέλιξης αυτής.
Η θέση στα εργασιακά, πάντως, είναι δεδομένη, καθώς η κυβέρνηση δεν θα δεχθεί να μην εφαρμοστεί το ευρωπαϊκό κεκτημένο που προβλέπει συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Σε κάθε περίπτωση η συμμετοχή ή όχι του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα αναμένεται να ξεκαθαρίσει στο έκτακτο Eurogroup , ενώ σε περίπτωση που μετάσχει χρηματοδοτικά η διάρκεια του προγράμματος θα είναι μέχρι το 2018.
«Η κυβέρνηση αντιστέκεται, η ΝΔ θέλει να αποτύχουμε»
Αργά το βράδυ της Παρασκευής κυβερνητικές πηγές σχολίαζαν ότι η κυβέρνηση αντιστέκεται στα μέτρα που ζητά το ΔΝΤ ασκώντας κριτική στη Νέα Δημοκρατία και επισημαίνοντας ότι «η Νέα Δημοκρατία θέλει να αποτύχουμε και δηλώνει πρόθυμη να υπογράψει ό, τι της ζητάει το Ταμείο».
Έκκληση για τα εργασιακά
Την ίδια στιγμή οι κοινοβουλευτικές ομάδες της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και των Πρασίνων στο Ευρωκοινοβούλιο ζητούν από το Eurogroup να σεβαστεί το ευρωπαϊκό δίκαιο σε ό,τι αφορά τις διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα.
«Καλούμε το Eurogroup να μην στερήσει από ένα κράτος μέλος της ΕΕ το δικαίωμα των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων που είναι ένα από τα πιο σημαντικά και θεμελιώδη δικαιώματα των εργαζομένων στην ΕΕ», αναφέρει σε ανακοίνωσή της η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, Γκάμπι Τσίμερ, καλώντας επίσης «τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να σεβαστούν ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία για το εργατικό δίκαιο πρέπει να εφαρμοστεί πλήρως».
Την άποψη ότι το αίτημα του Eurogroup για την επέκταση του παγώματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων στην Ελλάδα είναι ενάντια στο ευρωπαϊκό δίκαιο εξέφρασε με σημερινή του ανακοίνωση και ο Γερμανός ευρωβουλευτής των Πρασίνων, Σβεν Γκίγκολντ. «Τα σχέδια των θεσμών για τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας στην Ελλάδα πάνε ενάντια στο θεμελιώδες ευρωπαϊκό δίκαιο. Αποκλείοντας οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με την επαναφορά του καθορισμού του κατώτατου μισθού στη δικαιοδοσία των κοινωνικών εταίρων, τα θεσμικά όργανα αγνοούν το νομικά θεμελιωμένο ρόλο τους», υπογράμμισε ο Γερμανός ευρωβουλευτής, αναφερόμενος επίσης και στην «επιμονή» των θεσμικών οργάνων για τον περιορισμό των κλαδικών συμβάσεων, που θα έχει ως αποτέλεσμα να επιτραπούν οι συμφωνίες σε επίπεδο επιχείρησης προκειμένου να καθορίζονται χαμηλότερα επίπεδα μισθών.
Να μην επιβάλει περαιτέρω καταστροφικές μεταρρυθμίσεις στην ελληνική αγορά εργασίας καλεί το Eurogroup και η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (ETUC), σε συνέχεια αιτήματος της ΓΣΕΕ.
Σε ανακοίνωση που εξέδωσε σήμερα η ETUC, γίνεται αναφορά στις συζητήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των πιστωτών της Ελλάδας, «με το ΔΝΤ να πιέζει για περαιτέρω απελευθέρωση της ήδη απορρυθμισμένης αγοράς εργασίας της Ελλάδας».
«Αυτά τα νέα αιτήματα για ακόμα περισσότερες, λεγόμενες, μεταρρυθμίσεις, είναι εξ ολοκλήρου ιδεολογικά και δεν έχουν κανένα οικονομικό νόημα» υπογράμμισε ο γενικός γραμματέας της ETUC, Λούκα Βισεντίνι, τονίζοντας πως εφόσον εφαρμοστούν «θα βάλουν το τελευταίο καρφί στο φέρετρο των δικαιωμάτων των εργαζομένων στην Ελλάδα» και θα «αποτρέψουν τις ελπίδες για ανάκαμψη». «Πότε θα κατανοήσει το ΔΝΤ ότι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και οι ισχυρές συνδικαλιστικές οργανώσεις αποτελούν βασικά συστατικά των πιο επιτυχημένων οικονομιών της Ευρώπης; Η φτώχεια, η ανισότητα, η εκμετάλλευση και η καταπίεση των δικαιωμάτων δεν είναι ο τρόπος για να δημιουργηθεί οικονομική ανάπτυξη» κατέληξε ο Λ. Βισεντίνι, προχωρώντας σε έκκληση προς τους υπουργούς του Eurogroup να μην ωθήσουν τους Έλληνες εργαζόμενους σε ακόμη χειρότερη θέση.\
Στην ανακοίνωση της ETUC αναφέρονται ως βασικά αιτήματα των πιστωτών της Ελλάδας: Η κατάργηση της υποχρέωσης του υπουργείου Εργασίας να εγκρίνει τις ομαδικές απολύσεις, η αύξηση του ανώτατου ορίου των ομαδικών απολύσεων από 5% σε 10% του εργατικού δυναμικού μιας επιχείρησης, αλλαγές στο νόμο για να καταστεί ευκολότερη η απόλυση των συνδικαλιστών και δυσκολότερη η προκύρηξη απεργιών, η δυνατότητα της ανταπεργίας (lock-out) για τους εργοδότες και τέλος, η απόρριψη της πρότασης της ελληνικής κυβέρνησης για την αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
