Δύο μέρες πριν ξεκινήσουν σε πολιτικό επίπεδο τα «ραντεβού» με τους επικεφαλής των δανειστών, στο πλαίσιο της δεύτερης αξιολόγησης του τρίτου Μνημονίου, και η κυβέρνηση κλιμακώνει τις πιέσεις στο θέμα των βραχυπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους.
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης χαρακτήρισε χθες από το βήμα του ΣΕΤΕ αναγκαία τη ρύθμιση του χρέους των 315 δισ. ευρώ για να μπορέσει η χώρα να βρει «φτηνό» χρήμα κατά την έξοδό της στις διεθνείς αγορές.
Στόχος του οικονομικού επιτελείου είναι η Ελλάδα να βγει στις κεφαλαιαγορές του χρόνου το καλοκαίρι, αλλά για την ώρα απουσιάζουν τα κατάλληλα «εργαλεία» που θα κάνουν επιτεύξιμη αυτή την προσπάθεια.
Αυτά είναι η ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QΕ) της ΕΚΤ και η διαχειρισιμότητα του ελληνικού χρέους, που θα αποτελέσουν ένα είδος «σήματος» προς τις αγορές ότι η ελληνική οικονομία μπαίνει πλέον σε ενάρετο κύκλο.
Εχει προηγηθεί η απόφαση της ΕΚΤ με την επαναφορά του waiver για τις ελληνικές τράπεζες, η οποία όμως από μόνη της δεν μπόρεσε να συρρικνώσει το spread, τη διαφορά απόδοσης, μεταξύ ελληνικών 10ετών και γερμανικών ομολόγων.
Η διαφορά αυτή εξαιτίας των αναφορών και των σεναρίων περί αβεβαιότητας της ελληνικής οικονομίας παραμένει στις 827 μονάδες βάσης με τους αντίστοιχους γερμανικούς τίτλους, καθιστώντας έτσι απαγορευτική κάθε προσπάθεια εξόδου της Ελλάδας στις αγορές.
Για να γίνει περισσότερο κατανοητό το επιτόκιο που θα πλήρωνε η Αθήνα σήμερα στους «λύκους» των χρηματαγορών, αυτό θα ήταν 8,27%, όταν η Γερμανία δανείζεται με μόλις 0,06% στη δεκαετία.
Ο κ. Δραγασάκης αναφέρθηκε και στο θέμα των «κόκκινων» δανείων τονίζοντας πως κομβικό ρόλο πάνω σε αυτό το ζήτημα έχει ο εξωδικαστικός διακανονισμός που θα επιτρέψει τη συνέχιση της λειτουργίας των επιχειρήσεων που επιβαρύνονται με μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, αφού άνοιξε «παράθυρο» για τη μείωση της φορολογίας, που είναι όμως μακρινό για τους Ελληνες φορολογουμένους, εστίασε στα οφέλη που μπορούν να προκύψουν από την τουριστική βιομηχανία σαν μοχλός ανάπτυξης για τη χώρα.
Ο ίδιος έβαλε τίτλους τέλους στην κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα και προέβλεψε ανάπτυξη έως και 3% τα επόμενα χρόνια (2,7% προβλέπει για το 2017 το προσχέδιο του νέου προϋπολογισμού και 2,8% το ΔΝΤ) σε αντίθεση με το Δημοσιονομικό Συμβούλιο που χαρακτηρίζει υπερφίαλο αυτόν τον στόχο.
