Πάνω από τα… ερείπια της αγοράς ακινήτων «κλαψουρίζει» ο Γιάννης Στουρνάρας, χύνοντας άφθονα «κροκοδείλια δάκρυα» για το «κραχ» που έχει υποστεί ο κλάδος από την υπερφορολόγηση, στην οποία συνέβαλε και ο ίδιος με την επιβολή του ΕΝΦΙΑ και του φόρου Υπεραξίας.
Στην πρώτη έκθεση για τη νομισματική πολιτική ο νεόκοπος διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) έρχεται εκ των υστέρων να αναγνωρίσει τη θηριώδη φορολογία επί των ακινήτων όταν έξι μήνες πριν υποστήριζε ακριβώς το αντίθετο.
Από τη θέση του υπουργού Οικονομικών τότε δημιουργούσε εσωτερικές αντιπάθειες και αναταράξεις, φέρνοντας σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση με τις δημόσιες τοποθετήσεις του, τις οποίες έκανε λέγοντας ότι «οι φόροι στην Ελλάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι οι μικρότεροι στην Ευρωζώνη».
Από άλλο μετερίζι τώρα και με την ιδιότητα του κεντρικού τραπεζίτη της χώρας, ο Γιάννης Στουρνάρας δίνει την εξής διάσταση για την κατάσταση στον χώρο των ακινήτων.
Οπως αναφέρει στην έκθεση: Η φορολογική επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας τα τελευταία έτη έχει επιτείνει την ύφεση στην αγορά ακινήτων και έχει αποθαρρύνει σημαντικά τη ζήτηση. Επιπλέον, η εφαρμογή από τις αρχές του 2014 του φόρου υπεραξίας στις μεταβιβάσεις ακινήτων δημιούργησε ουσιαστική απραξία στην ελληνική κτηματαγορά κατά τους πρώτους μήνες εφαρμογής».
Συνεχίζοντας στον ίδιο τόνο ο διοικητής της ΤτΕ καταλήγει με την εξής επισήμανση: «Οι νομοθετικές παρεμβάσεις έχουν μετακινήσει το φορολογικό βάρος από τη μεταβίβαση ακινήτων προς τη φορολογία επί της κατοχής».
Υπενθυμίζεται ότι επί υπουργίας Στουρνάρα σχεδιάστηκε και επιβλήθηκε ο ΕΝΦΙΑ που λαχτάρισε περισσότερους από 5,5 εκατ. ιδιοκτήτες με τα «φουσκωμένα» εκκαθαριστικά σημειώματα που παρέλαβαν από την Εφορία. Το ίδιο συνέβη και με τον φόρο Υπεραξίας, από τον οποίο κινδυνεύουν χιλιάδες ιδιοκτήτες που πουλάνε τουλάχιστον 3 ακίνητα μέσα σε διάστημα 2 ετών.
Η υπεραξία που προκύπτει από την πώληση των ακινήτων αυτών θεωρείται εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και φορολογείται όχι με 15%, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις περί φόρου υπεραξίας ακινήτων, αλλά με 26% από το πρώτο ευρώ και με επιπλέον προκαταβολή φόρου 55% που ανεβάζει τον τελικό φόρο στο 40,3%.
Κατόπιν τούτων ο μαρασμός του κλάδου ήταν αναπόφευκτος. Αυτή τη στιγμή, τα έσοδα από τις αγοραπωλησίες των ακινήτων είναι μηδενικά. Η μείωση του φόρου μεταβίβασης στο 3%, από τα επίπεδα του 8% και 10% που ήταν πριν ο συντελεστής, δεν κατάφερε να αναστήσει την κτηματαγορά, παρά την πολύ μεγάλη πτώση των τιμών των διαμερισμάτων, των οικοπέδων αλλά και των εξοχικών κατοικιών.
