Ρύθμιση-ανάσα για εκατομμύρια οικιακούς καταναλωτές που μέχρι σήμερα πλήρωναν τα σπασμένα για τη ραγδαία ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας μέσα από τις συνεχείς αυξήσεις του ειδικού τέλους ΑΠΕ (ΕΤΜΕΑΡ) προβλέπει το νομοσχέδιο του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την «πράσινη ενέργεια», με το οποίο παράλληλα αλλάζει ριζικά το μοντέλο των «εγγυημένων» τιμών που κυριάρχησε τα τελευταία 15 χρόνια στην Ελλάδα.
Με την απόφασή της να επιβαρύνει πλέον απευθείας τη ΔΕΗ και τους ιδιώτες προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας για την κάλυψη των ελλειμμάτων στον ειδικό λογαριασμό ΑΠΕ, που σήμερα υπολογίζονται σε 170 εκατ. ευρώ, η κυβέρνηση μπορεί να μην κάνει πράξεις τις υποσχέσεις της για μειώσεις στο ΕΤΜΕΑΡ, με το οποίο επιβαρύνονται οι καταναλωτές, βάζει όμως τέλος σε μελλοντικές αυξήσεις «παγώνοντας» το χαράτσι στα 27,4 ευρώ ανά χίλιες κιλοβατώρες.
Το ερώτημα είναι αν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το αυξημένο αυτό κόστος που θα περάσει στους προμηθευτές θα μετακυληθεί στη συνέχεια στους καταναλωτές.
Στο εξής, πάντως, η αποπληρωμή του ελλείμματος του λογαριασμού ΑΠΕ μέχρι και το τέλος του 2017 θα γίνεται μέσω ενός τέλους που θα καταβάλλουν οι προμηθευτές.
Συγκεκριμένα, η ΔΕΗ και οι υπόλοιποι ιδιώτες προμηθευτές θα καταβάλλουν υπέρ του ειδικού λογαριασμού αποζημίωση για την εκάστοτε διαφορά μεταξύ της οριακής τιμής στη χονδρική αγορά και της οριακής τιμής συστήματος, όπως θα διαμορφωνόταν αν δεν εισέρχονταν οι ΑΠΕ στο σύστημα.
Το σκεπτικό της διάταξης είναι ότι οι προμηθευτές πρέπει να «επιστρέψουν» ένα μέρος του οφέλους που έχουν από τη μείωση της τιμής του ρεύματος στη χονδρεμπορική αγορά, λόγω των μαζικών πλέον ποσοτήτων ανανεώσιμης ενέργειας που εγχέεται όλο και περισσότερο στο σύστημα.
Εκτιμήσεις τοποθετούν στα 350 εκατ. ευρώ το ετήσιο όφελος από τη διαφορά μεταξύ της οριακής τιμής και της χονδρικής, ποσό που, πλέον, θα κληθούν να καταβάλουν οι προμηθευτές ανάλογα με τα μερίδια που κατέχουν στην αγορά.
Ανεξόφλητες οφειλές
Στην επιβολή του τέλους είχε αντιταχθεί σθεναρά η ΔΕΗ, με το επιχείρημα ότι αντιμετωπίζει σοβαρό ταμειακό πρόβλημα, λόγω των ανεξόφλητων οφειλών ύψους 2,3 δισ. ευρώ και επειδή παράλληλα, όντας ο μεγαλύτερος προμηθευτής ρεύματος, θα έχει αναλογικά την υψηλότερη επιβάρυνση, η οποία υπολογίζεται σε περίπου 300 εκατ. ευρώ.
Για να μη φορτωθεί με υπέρμετρα βάρη η ΔΕΗ, το νομοσχέδιο έχει συμπεριλάβει μια ευνοϊκή για την εταιρεία διάταξη. Προβλέπει ότι η αποζημίωση αυτή θα καταβληθεί σταδιακά και σε βάθος τριετίας, έως το 2018, ρύθμιση που «κουμπώνει» με την αναμενόμενη μείωση μεριδίου της επιχείρησης στην αγορά λιανικής, όπως προκύπτει από τις μνημονιακές δεσμεύσεις της χώρας (από 90% σήμερα σε κάτω του 50% ώς το 2019).
Ως αποτέλεσμα, τα βάρη θα είναι μικρότερα για τη ΔΕΗ και μεγαλύτερα για τους εναλλακτικούς προμηθευτές, όχι όμως σε τέτοιο βαθμό, σύμφωνα τουλάχιστον με τις εκτιμήσεις της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΝ, ώστε να αποτελέσουν τροχοπέδη για την περαιτέρω μείωση των τιμών στη λιανική.
Ετσι, η επίμαχη αποζημίωση που θα καταβάλουν οι προμηθευτές στον ειδικό λογαριασμό ΑΠΕ κατανέμεται ως εξής:
Για το 2016, θα αφορά το 50% του σχετικού ποσού (το ύψος του οποίου μένει να καθοριστεί), για το 2017 το 75% και για το 2018 το 100%.
Βεβαίως και σε αυτή την περίπτωση ο «λογαριασμός» για τη ΔΕΗ παραμένει «τσουχτερός», καθώς θα υποχρεωθεί να πληρώσει για τη φετινή χρονιά περισσότερα από 150 εκατ. ευρώ.
Ταφόπλακα στο σύστημα «εγγυημένων τιμών»
Η κυβέρνηση προσδοκά ότι με το νέο μοντέλο αποζημιώσεων στα επόμενα τέσσερα χρόνια θα κινητοποιηθούν νέες επενδύσεις για την εγκατάσταση επιπλέον 2.200 έως 2.700 Μεγαβάτ, κυρίως σε φωτοβολταϊκά και αιολικά
Το νομοσχέδιο για τις ΑΠΕ βάζει οριστική ταφόπλακα στο σύστημα των «εγγυημένων τιμών» με τις οποίες αμείβονταν πλουσιοπάροχα τα τελευταία 10 χρόνια οι παραγωγοί Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.
Το νέο θεσμικό πλαίσιο ψηφίζεται σήμερα στη Βουλή με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, καθώς αποτελεί αργοπορημένη μνημονιακή υποχρέωση, και φιλοδοξία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας είναι να αλλάξει πλήρως τους όρους με τους οποίους μοιραζόταν μέχρι σήμερα το παιχνίδι στις επενδύσεις φωτοβολταϊκών σταθμών, αιολικών πάρκων και εργοστασίων συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης.
Στόχος των ριζικών αλλαγών που επέρχονται είναι επίσης να ξεπαγώσουν μια σειρά μεγάλων «πράσινων» επενδύσεων που είχαν μπλοκάρει τα τελευταία χρόνια, αλλά και να αποφευχθεί η περαιτέρω επιβάρυνση των καταναλωτών από το υψηλό κόστος ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, με τα βάρη να φορτώνονται πλέον στη ΔΕΗ και τις ιδιωτικές εταιρείες.
Η κυβέρνηση προσδοκά ότι με το νέο μοντέλο αποζημιώσεων στα επόμενα τέσσερα χρόνια θα κινητοποιηθούν νέες επενδύσεις για την εγκατάσταση επιπλέον 2.200 έως 2.700 Μεγαβάτ, κυρίως σε φωτοβολταϊκά και αιολικά τα οποία θα προστεθούν στο υφιστάμενο μέχρι σήμερα δυναμικό των 5.000 Μεγαβάτ.
Με τις αλλαγές που κομίζει το νομοσχέδιο:
•Καταργείται το καθιερωμένο εδώ και χρόνια μοντέλο στήριξης των ΑΠΕ, που βασιζόταν σε σταθερές εγγυημένες ταρίφες, ανάλογα με την τεχνολογία (feed in tariff), οι οποίες ήταν εν πολλοίς υπεύθυνες για την εξωφρενική επιβάρυνση των καταναλωτών μέσω των χρεώσεων του τέλους ΑΠΕ και μετέπειτα ΕΤΜΕΑΡ.
Το ειδικό τέλος μέσω του οποίου αποζημιώνονταν οι παραγωγοί ενέργειας από φωτοβολταϊκά και άλλες ΑΠΕ αυξήθηκε μετά το 2011 πάνω από 10.000%!
•Υιοθετείται ένας περισσότερο «εκλογικευμένος» μηχανισμός αποζημίωσης, ο οποίος πλέον θα συνδέεται με τις μεταβολές των τιμών στα ενεργειακά καύσιμα, τα οποία και προσδιορίζουν ώς ένα βαθμό την αγορά χονδρικής στον ηλεκτρισμό.
Ειδικότερα, καθιερώνεται ανά τεχνολογία ΑΠΕ μια ανώτατη τιμή διαφορικών προσαυξήσεων feed in premium (σ.σ.: προσδιορίζεται από την τρέχουσα οριακή τιμή της αγοράς συν ένα «μπόνους»), η οποία στη συνέχεια θα περιορίζεται, όσο το δυνατόν, μέσω μειοδοτικών διαγωνισμών.
Δηλαδή, από τις εκπτώσεις που θα προσφέρουν επί της ανώτατης ανά τεχνολογία καυσίμου τιμής οι συμμετέχοντες επενδυτές στους μειοδοτικούς αυτούς διαγωνισμούς θα κρίνονται και τα έργα που θα προχωρήσουν.
Aνώτατη απόδοση 10%
Κλειδί του νέου τρόπου υπολογισμού αποπληρωμής των ΑΠΕ είναι ο καθορισμός της ανώτατης τιμής του feed in premium, που στηρίζεται σε έναν εύλογο εσωτερικό βαθμό απόδοσης (IRR) κάθε επένδυσης και κυμαίνεται μεταξύ 7%-10%.
Βάσει αυτής της παραδοχής, η ανώτατη τιμή που προβλέπει το νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ είναι για τα αιολικά 98 ευρώ η μεγαβατώρα, για τα μικρά υδροηλεκτρικά 100 ευρώ η μεγαβατώρα και για τη βιομάζα τα 193 ευρώ η μεγαβατώρα.
Στόχος όλων των παραπάνω είναι, αφενός, να προσαρμοστεί το ελληνικό μοντέλο στα ευρωπαϊκά ισχύοντα, αφετέρου να αποφευχθούν τα φαινόμενα του παρελθόντος, όπου υπερκορεσμένα δίκτυα δεν μπορούσαν να σηκώσουν άλλα «πράσινα» Μεγαβάτ.
