Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το πάγωμα του χρόνου για τις επενδύσεις λόγω αναζωπύρωσης του ρίσκου και όχι οι άμεσες επιπτώσεις του Brexit είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η ελληνική οικονομία.

Επιχειρηματίες και αναλυτές συμφωνούν πως οι άμεσες επιπτώσεις της αναταραχής του βρετανικού δημοψηφίσματος θα είναι «ρηχές» και διαχειρίσιμες ως προς την πιθανότητα να επηρεαστούν βραχυπρόθεσμα οι ελληνικές εξαγωγές ύψους 1 δισ. ευρώ προς τη Μεγάλη Βρετανία ή να ανασταλούν οι τουριστικές ροές Βρετανών προς τα ελληνικά νησιά.

Από την άλλη, θεωρούν σημαντικότερο πρόβλημα την επί τα χείρω αλλαγή των δεδομένων στο επενδυτικό κλίμα και τη ραγδαία επιδείνωση του οικονομικού, επενδυτικού και πολιτικού ρίσκου που μπορεί να μην αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα, αλλά την επαναφέρει στο επίκεντρο ως έναν από τους βασικούς αδύναμους κρίκους.

Ανάλογα με το χρονικό διάστημα που θα διαρκέσει η αβεβαιότητα, θα μπορούσε να επιβραδύνει ή να αναστείλει επενδυτικά σχέδια και χρηματοδοτικές ροές προς τη χώρα μας, εκτιμούν.

Είναι φυσικά πολύ νωρίς να προβλέψει κανείς με ακρίβεια τις συνέπειες.

Ωστόσο από τις πρώτες εκτιμήσεις κυβερνητικών στελεχών, επιχειρηματιών και οικονομικών αναλυτών προκύπτει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι προβληματισμού καθώς η νέα κρίση, που προς το παρόν αποτυπώνεται στις σεισμικές διακυμάνσεις των αγορών, βρίσκει την Ελλάδα στην πιο κρίσιμη, ίσως, καμπή για την αναθέρμανση της οικονομίας της.

Η συγκυρία δεν ήταν ευνοϊκή, αλλά πλέον το επενδυτικό περιβάλλον γίνεται ξανά εχθρικό.

Σε μια περίοδο που ζητούμενο ήταν ένα «αναπτυξιακό σοκ» μέσα από την αύξηση της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, την προσέλκυση σημαντικών ιδιωτικών κεφαλαίων για επενδύσεις, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο κραχ των αγορών, με τη μαζική αποστροφή του ρίσκου από τα λιγοστά διαθέσιμα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια και μπροστά στον κίνδυνο να βρεθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα εκτεθειμένη σε «νεκρό χρόνο» μέχρι να αποσαφηνιστεί πού πάει η κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Σε ασφαλές καταφύγιο

Τα κεφάλαια που υπό προϋποθέσεις θα μπορούσαν να τοποθετηθούν στην Ελλάδα, σπεύδουν αυτή την περίοδο να κρυφτούν στην «ασφαλή αγκαλιά» των γερμανικών ομολόγων και του αμερικανικού δολαρίου και να απομακρυνθούν από τον -εν δυνάμει επικίνδυνο- Νότο.

Αυτό με τη σειρά του θα μπορούσε να έχει και δημοσιονομικές συνέπειες από τη στιγμή που το πρόγραμμα προσαρμογής στηρίζεται σε ιδιαίτερα φιλόδοξες προβλέψεις για υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης (3-3,5%) και πρωτογενή πλεονάσματα που αν επιδεινωθεί η κατάσταση θα καταστούν ανέφικτα.

Ενα ερώτημα που θα χρειαστεί μερικές ημέρες ή εβδομάδες για να απαντηθεί είναι αν και σε τι βαθμό θα επηρεαστεί το κόστος χρηματοδότησης ελληνικών και ξένων εταιρειών, δεδομένης της αύξησης του ρίσκου, αλλά και ο βαθμός υλοποίησης ώριμων επενδυτικών σχεδίων.

Υπάρχουν εν εξελίξει μεγάλα επενδυτικά projects όπου συμμετέχουν διεθνείς επενδυτές, για τα οποία διατυπώνονται εύλογα ερωτήματα χωρίς ακόμη να μπορούν να λάβουν απαντήσεις.

Για παράδειγμα, η υλοποίηση του αγωγού TAP που ξεκινά τον ερχόμενο μήνα δεν αναμένεται να καθυστερήσει, σύμφωνα με πηγές της εταιρείας, όπως και η ανάληψη διαχείρισης των 17 περιφερειακών αεροδρομίων τον προσεχή Δεκέμβριο από τη γερμανική Fraport.

Ομως για έργα τέτοιας κλίμακας και μεγέθους, όπως λ.χ. και για το Ελληνικό, ζητούμενο είναι η πρόσβαση σε συμφέρουσα χρηματοδότηση, την οποία αυτή την περίοδο και πιθανόν για αρκετό χρονικό διάστημα ακόμη, κανείς δεν «εγγυάται».

Παράλληλα σε αυτό το περιβάλλον όπου τα πάντα αμφισβητούνται, καθίσταται δυσκολότερη και η προσέλκυση ενδιαφερομένων για το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων.

Από το ΤΑΙΠΕΔ εμφανίζονται να μην ανησυχούν, ωστόσο το πρώτο «τεστ» έρχεται τη μεθεπόμενη εβδομάδα με την αποσφράγιση των προσφορών για την ΤΡΑΙΝΟΣΕ και στη συνέχεια τον Σεπτέμβριο με τον διαγωνισμό για τον ΟΛΘ.