Κόφτη επιχορηγήσεων για επενδυτικά έργα που υπήχθησαν στους προηγούμενους αναπτυξιακούς νόμους του 2004 και του 2011 θεσπίζει η κυβέρνηση με τον νέο Επενδυτικό Νόμο, ενώ ελλείψει χρημάτων επιμηκύνει τη διάρκεια εξόφλησης των συσσωρευμένων οφειλών του Δημοσίου προς τους παλαιούς επενδυτές, σε επτά χρόνια.
Πρακτικά, το τελευταίο σημαίνει ότι ακόμη και επενδυτικά έργα που ξεκίνησαν το 2004 ή αργότερα με τον αναπτυξιακό νόμο του 2011, θα πληρωθούν την κρατική επιχορήγηση σε δόσεις μέχρι το… 2024, ενώ ως εναλλακτική προσφέρεται η δυνατότητα των επενδυτών να μετατρέψουν τη χρηματική επιχορήγηση σε φορολογικά κίνητρα, τακτική η οποία είναι πλέον η πιο διαδεδομένη στη φιλοσοφία του νέου αναπτυξιακού νόμου που θα τεθεί φέτος σε εφαρμογή.
Με τον νέο αναπτυξιακό νόμο, που κατατίθεται εντός της εβδομάδας προς συζήτηση και ψήφιση στη Βουλή, επιχειρείται για πρώτη φορά να ξεκαθαριστούν τελεσίδικα οι τεράστιες εκκρεμότητες από τους προηγούμενους δύο επενδυτικούς νόμους που κληροδότησαν στο υπουργείο Οικονομίας οι προηγούμενες κυβερνήσεις της τελευταίας 10ετίας.
Με ρύθμιση που θα περιλαμβάνεται στον νόμο θα προβλέπεται πως όσα επενδυτικά σχέδια υπήχθησαν στον αναπτυξιακό νόμο του 2004 (3299/2004) και προλαβαίνουν να ολοκληρωθούν κατά 50% μέχρι τον Δεκέμβριο του 2016, θα λάβουν την προβλεπόμενη επιχορήγηση, ενώ όλα τα υπόλοιπα θα απενταχθούν από τις ευνοϊκές διατάξεις του νόμου και θα πρέπει να ολοκληρωθούν με ίδια χρηματοδότηση.
Πρόκειται στην ουσία για την τελευταία παράταση που πρόκειται να δοθεί σε επενδυτικά σχέδια για να προχωρήσουν, καθώς η προηγούμενη εκπνέει στις 30 Ιουνίου 2016.
Αντίστοιχα για τα έργα που υπήχθησαν στον αναπτυξιακό του 2011 (ν. 3908/2001) προβλέπεται ότι θα έχουν τη δυνατότητα να ολοκληρώσουν το 50% της επένδυσης μέχρι το 2018 για να δικαιούνται την επιχορήγηση.
Σε κάθε περίπτωση, η αποπληρωμή των επενδυτών θα γίνει, όπως θα προβλέπεται στο νομοσχέδιο, μέσα στα επόμενα επτά χρόνια, με δόσεις ή εναλλακτικά μέσα από τη δυνατότητα χρήσης φοροαπαλλαγών.
Αυτή τη στιγμή έχουν καταμετρηθεί ως εκκρεμή πάνω από 6.370 επενδυτικά σχέδια, εκ των οποίων 5.200 επενδύσεις από τον νόμο του 2004 και άλλα 1.100 επενδυτικά έργα από εκείνον του 2011.
Είναι παραπάνω από τις μισές αιτήσεις που υπέβαλαν οι επενδυτές στους δύο νόμους (10.459 στον πρώτο και 1.276 στον δεύτερο) ενώ οι συνολικές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει το Δημόσιο για την επιχορήγηση αυτών των επενδυτικών σχεδίων προσεγγίζουν τα 6 δισ. ευρώ.
Ούτε τόσα λεφτά, όμως, υπάρχουν διαθέσιμα ούτε τόσα σχέδια μπορούν να υλοποιηθούν με βάση τον βαθμό ωριμότητάς τους.
Αρκεί να πούμε πως στον νέο αναπτυξιακό νόμο του 2016, ο προϋπολογισμός των άμεσων ενισχύσεων σε ρευστό δεν ξεπερνά -σύμφωνα με τον αρμόδιο υπουργό Οικονομίας, Γιώργο Σταθάκη- τα 2,5 δισ. ευρώ σε βάθος πενταετίας, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοροών από το ΕΣΠΑ (300 εκατ. ευρώ ετησίως), το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και των συμπληρωματικών χρηματοδοτήσεων από την ΕΤΕπ.
Ενας πολύ μεγάλος αριθμός έργων, που φτάνουν ή ξεπερνούν τα 2.000, δεν θεωρούνται «ενεργά» και κατά συνέπεια εκτιμάται ότι θα απενταχθούν, ενώ σημαντικός αριθμός επενδυτικών σχεδίων εκτιμάται ότι θα τεθούν εκτός νόμου μέχρι το τέλος του έτους καθώς υπό τις παρούσες συνθήκες οι επενδυτές δύσκολα θα προλάβουν να ολοκληρώσουν το ήμισυ των επενδύσεων που θα προβλέπει ο νόμος.
Στο υπουργείο Ανάπτυξης είχαν προϋπολογίσει ένα ποσό κοντά στα 3 δισ. ευρώ για να καλύψει τη δημόσια συμμετοχή, κάτι που σημαίνει ότι από τα 6.300 επενδυτικά σχέδια, ίσως περισσότερα από τα μισά θα απενταχθούν από τις ενισχύσεις.
Ειδικά ο επενδυτικός νόμος του 2004 χρήζει ξεκαθαρίσματος όχι μόνο γιατί έχει πολλά εκκρεμή επενδυτικά σχέδια, αλλά διότι από τα αποτελέσματά του έχει κριθεί ότι ήταν ο πιο ακριβός και ο λιγότερο «αναπτυξιακός».
Τα 2.085 σχέδια που προχώρησαν έφεραν επενδύσεις 3,07 δισ. ευρώ, για τις οποίες δόθηκαν επιδοτήσεις 1,3 δισ. ευρώ ενώ δημιουργήθηκαν μόλις 8.492 θέσεις εργασίας.
Δηλαδή, κάθε θέση εργασίας που δημιουργήθηκε κόστισε 154.000 ευρώ ενώ χρειάστηκαν 362.000 ευρώ συνολικής επένδυσης για την ίδια θέση εργασίας.
