Την εκτίμηση πως γύρω στα 9-12 δισ. ευρώ θα μπορούσαν να εισρεύσουν στην πραγματική οικονομία εντός του 2016 -γεγονός που θα συμβάλει στην ανάκαμψη της οικονομίας- έκανε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης. Αναφερόμενος στη συμφωνία για το χρέος, δηλώνει ότι η κυβέρνηση επιδιώκει μία λύση που θα εξυπηρετεί συγκεκριμένα κριτήρια.
Σε συνέντευξη που παραχώρησε στη «Ναυτεμπορική», όταν ερωτάται για την επομένη της επικείμενης συμφωνίας στο Eurogroup της 24ης Μαϊου, σημειώνει ότι «για την κυβέρνηση, η ολοκλήρωση της αξιολόγησης θα σηματοδοτήσει μια νέα αρχή», και προσθέτει ότι στον νέο σχεδιασμό του κυβερνητικού έργου κεντρική θέση θα έχουν οι επενδύσεις, η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, η στήριξη και το ξαναχτίσιμο του κοινωνικού κράτους.
Αναφερόμενος στη συμφωνία που επιδιώκει για το χρέος, ο Γ. Δραγασάκης δηλώνει ότι η κυβέρνηση αναζητεί μία λύση που θα εξυπηρετεί συγκεκριμένα κριτήρια. Μεταξύ αυτών, το κριτήριο της οικονομικής βιωσιμότητας, δηλαδή η ρύθμιση θα πρέπει να διευκολύνει την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές μέσα στον επόμενο χρόνο.
Όπως εξάλλου σημειώνει, η συμφωνία θα πρέπει να πληροί και το κριτήριο της κοινωνικής βιωσιμότητας, δηλαδή, να όχι μόνο το βιώσιμο χρέος αλλά και βιώσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, καθώς και η εξασφάλιση πόρων για την στήριξη της αναπτυξιακής διαδικασίας και της κοινωνικής προστασίας, με μείωση των δαπανών εξυπηρέτησης του χρέους.
Αναγκαίο κριτήριο είναι, τονίζει, και η μακροχρόνια βιωσιμότητα, δηλαδή η θωράκιση της χώρας από μελλοντικούς κινδύνους, που μπορεί να προέλθουν είτε από αύξηση των επιτοκίων είτε από πτώση του ΑΕΠ αλλά και η δεσμευτικότητα, δηλαδή οι ρυθμίσεις να μην περιορίζονται σε αόριστες υποσχέσεις όπως στο παρελθόν, αλλά να αποτελούν έναν δεσμευτικό «οδικό χάρτη» που θα είναι σαφές από πριν, τι και πότε θα γίνει.
Θα πρέπει επίσης οι όποιες μελλοντικές αποφάσεις να μην εξαρτώνται από τη θέληση του κάθε ευρωπαϊκού παράγοντα, την όποια σύνθεση του Eurogroup, αλλά να καθορίζονται από αντικειμενικούς και σαφώς καθορισμένους και συμφωνημένους δείκτες.
Υπογραμμίζει, ταυτόχρονα, ότι αμέσως μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας θα έχει εξασφαλιστεί η εισροή πόρων με τους οποίους θα μπορέσει να εξοφλήσει το κράτος ένα μέρος των υποχρεώσεών του προς τους ιδιώτες και ότι υπάρχουν εξασφαλισμένοι πόροι στο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων ύψους 6,75 δισ. ευρώ για το τρέχον έτος.
«Συνολικά εκτιμώ ότι γύρω στα 9-12 δισ. ευρώ θα μπορούσαν να εισρεύσουν στην πραγματική οικονομία εντός του 2016, γεγονός που, μαζί με άλλους παράγοντες, θα συμβάλει στην ανάκαμψη της οικονομίας», δηλώνει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και επισημαίνει πως δεν είναι τυχαίο, που τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και διεθνείς οίκοι εκτιμούν ότι το δεύτερο εξάμηνο του 2016 θα είναι εξάμηνο ανάκαμψης.
Στην ερώτηση εάν η συμφωνία θα ανοίξει την πόρτα της ποσοτικής χαλάρωσης (QE) και για την Ελλάδα, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης απαντά ότι αυτή είναι η εκτίμηση, αλλά και η ενημέρωση που έχει η κυβέρνηση.
«Αρχικά τα ποσά θα είναι μικρά, περίπου 2,4 δισ. ευρώ άμεσα και 3,7 δισ. ευρώ μετά τις 21 Ιουλίου, όμως η σηματοδότηση θα είναι ισχυρή και θα διευκολύνει την πρόσβαση στις αγορές δανεισμού», δηλώνει.
«Αριστερή πολιτική σήμερα είναι να βρεθούν στο προσκήνιο όλα τα τμήματα της κοινωνίας και οι ανάγκες τους, που ασφυκτιούσαν εντός αυτού του παλαιού συστήματος εξουσίας. Αυτή την προοπτική χτίζουμε βήμα βήμα. Στα βήματα αυτά περιλαμβάνονται: η εφαρμογή της συμφωνίας με κοινωνικά δίκαιο τρόπο και η δημιουργία ενός πολιτικού χώρου για την προώθηση ενός “παράλληλου προγράμματος”, δηλώνει επίσης ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και περιγράφει ως στόχο την επαναθεμελίωση του κοινωνικού κράτους με δομές κοινωνικής προστασίας, την ανάδειξη θεσμών κοινωνικής οικονομίας, στον μετασχηματισμό του κράτους που θα καθιστά την κοινωνία συμμέτοχη.
Τέλος, στην ερώτηση πόσο μακριά είναι ο χρόνος εξόδου της χώρας στις αγορές, εφόσον έχει προηγηθεί η αναδιάρθρωση του χρέους, απαντά ότι «εφόσον κλείσει η αξιολόγηση και ακολουθήσει η επιστροφή του waiver και η ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QΕ) της ΕΚΤ, θα σηματοδοτηθεί η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας και θα ανοίξει ο δρόμος για την προετοιμασία της πρόσβασης της Ελλάδας στις αγορές, κάτι που θα μπορούσε να αρχίσει εντός του επόμενου έτους».
