Τα ποσοστά αναπλήρωσης μαζί με την εθνική σύνταξη, αλλά και ο ρόλος του ΔΝΤ, που θέλει εδώ και τώρα μεγάλες μειώσεις στις συντάξεις, είναι τα αγκάθια του ασφαλιστικού.
Η ελληνική πλευρά προσδοκά ότι προς το τέλος αυτής της εβδομάδας θα έρθουν οι εκπρόσωποι των δανειστών και στις διαπραγματεύσεις θα κλείσουν τα ρήγματα μεταξύ των δύο πλευρών.
Κυρίαρχος στόχος του αρμόδιου υπουργού Γ. Κατρούγκαλου αλλά και της ελληνικής κυβέρνησης είναι το σχετικό νομοσχέδιο να πάει το ταχύτερο δυνατόν και πάντως μέσα στον Μάρτιο προς ψήφιση.
Εκτίμηση της ελληνικής πλευράς είναι ότι όταν θα ψηφιστεί θα πάψουν και οι αντιδράσεις στο εσωτερικό μέτωπο, που ακόμη κρατούνται ψηλά κυρίως από τους επιστημονικούς κλάδους και δη τους δικηγόρους.
Γεφύρωση των αντιθέσεων
Ετσι πλέον όλες οι δυνάμεις στρέφονται στην επιτυχή γεφύρωση των αντιθέσεων με την πλευρά των δανειστών.
Μάλιστα στο υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης εκφράζουν την αισιοδοξία τους ότι θα καταφέρουν να βρουν τις βάσεις για την επίτευξη συμφωνίας, έχοντας πλέον και εναλλακτικές προτάσεις, που αφορούν τη μείωση των συντάξεων -κυρίως των επικουρικών- και των εφάπαξ, αλλά και τη μείωση των πλαφόν (που ωστόσο δεν θα δώσουν μεγάλη εξοικονόμηση, δεδομένου ότι κοντά στο ανώτατο επίπεδο του συντάξιμου μισθού κινείται λιγότερο του 1,5% των συνταξιούχων).
Συγκεκριμένα και με την κυβέρνηση να θέλει να δώσει τη μάχη ώστε να μειωθούν μεν τα πλαφόν αλλά όχι η μείωση αυτή να είναι της τάξης των 2.000 ευρώ ανώτατο πλαφόν για τη μία σύνταξη, η μείωση στα πλαφόν αφορά περίπου 3.850 συνταξιούχους που λαμβάνουν σύνταξη άνω των 2.000 ευρώ και άλλους 2.500 συνταξιούχους που λαμβάνουν από πολλαπλές συντάξεις ένα ποσό που ξεπερνά τα 3.000 ευρώ.
Πάντως η εκτίμηση της ελληνικής πλευράς είναι πως βρίσκεται πολύ κοντά σε συμφωνία αφού, στην πράξη, με την ευρωπαϊκή «τρόικα» των δανειστών υπάρχει ήδη συμφωνία.
Εκείνο που αντιδρά είναι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο τέταρτος δηλαδή εταίρος του μπλοκ των δανειστών μας.
Για το ΔΝΤ, λοιπόν, τα πράγματα είναι περισσότερο απλά, αφού θεωρεί ότι το έλλειμμα που δημιουργεί το συνταξιοδοτικό στο ασφαλιστικό σύστημα και εν γένει στα οικονομικά του κράτους θα πρέπει να κλείσει με δραστική περικοπή των καταβαλλόμενων συντάξεων και παράλληλη άμεση κατάργηση των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων αλλά και των ποσοστών αναπλήρωσης των επόμενων συνταξιούχων.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα αναζητείται η «λυδία λίθος» της συμφωνίας. Μάλιστα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων φαίνεται να έχει πέσει και η πρόταση να υπάρξει αποπομπή του ΔΝΤ από το πρόγραμμα δανεισμού, κάτι που ωστόσο συγκεντρώνει από μηδενικές έως ελάχιστες πιθανότητες.
Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η ελληνική κυβέρνηση θα προσέλθει στις διαπραγματεύσεις όποτε και αν αρχίσουν, με κόκκινη γραμμή «δεν μειώνονται οι συντάξεις».
Ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί ότι τουλάχιστον σε επίπεδο τεχνικών κλιμακίων έχει αποκρυσταλλωθεί η άποψη ότι η ελληνική κυβέρνηση θα πάει σε κλιμακωτές μειώσεις στις επικουρικές συντάξεις με παράλληλη μείωση της αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών των μισθωτών (αύξηση στο 1% από 1,5% που είχε προτείνει).
Εκεί που επικρατεί διάσταση απόψεων είναι στα ποσοστά αναπλήρωσης και στην καταβολή της εθνικής σύνταξης.
Στα δύο αυτά πεδία επικρατούν έως τώρα τα εξής δεδομένα:
■ Εθνική σύνταξη.
Η ελληνική πλευρά προσπαθεί να εντάξει τη δική της συνεισφορά στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, στο πλαίσιο της τριμερούς χρηματοδότησης.
Ως εκ τούτου κατέρχεται στις διαπραγματεύσεις με τη θέση «εθνική σύνταξη σε όλους».
Ουσιαστικά, η ελληνική κυβέρνηση θέλει να μπορεί να πάρει τη σύνταξη των 384 ευρώ ο κάθε Ελληνας εργαζόμενος που έχει συμπληρώσει 15 χρόνια ασφαλιστικού βίου και έχει συμπληρώσει τα 67 έτη.
Από εδώ, όμως, αρχίζουν τα δύσκολα ή μάλλον τα «φίλτρα» που θέλουν να βάλουν οι δανειστές ώστε η εθνική σύνταξη να καταβάλλεται σε λίγους (ώστε να μην επιβαρυνθεί ο κρατικός κορβανάς).
Ετσι το κουαρτέτο αξιώνει αφενός να τεθεί ως προϋπόθεση καταβολής η 20ετία (ασφαλιστικός βίος) και αφετέρου να θεσμοθετηθούν περιουσιακά και εισοδηματικά κριτήρια.
Είναι σαφές ότι τα ποσοστά ιδιοκτησίας των Ελλήνων σε ακίνητα είναι τέτοια που αν τεθούν περιουσιακά κριτήρια ελάχιστοι θα λάβουν την εθνική σύνταξη.
Δεδομένης δε της εκτεταμένης μαύρης εργασίας στην ελληνική αγορά απασχόλησης, καθίσταται σαφές ότι πολλοί είναι οι εργαζόμενοι που θα τεθούν εκτός καταβολής εθνικής σύνταξης λόγω του ότι δεν θα συμπληρώσουν τα 20 έτη ασφαλιστικού βίου.
■ Ποσοστά αναπλήρωσης.
Η κυβέρνηση στην ασφαλιστική πρόταση που έχει καταθέσει έχει θέσει ποσοστά αναπλήρωσης από 0,8% (για τα πρώτα 15 χρόνια) έως και 2% (για πάνω από 40 χρόνια ασφάλισης).
Αυτό σημαίνει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό αναπλήρωσης μόλις και ξεπερνά το 60%. Με το τρικ βέβαια των κλιμακωτών αυξήσεων σε σχέση με το ισχύον σύστημα, οι συντάξεις μειώνονται περίπου στο 15%.
Ωστόσο οι δανειστές δεν δέχονται αυτές τις μεγάλες μειώσεις (αφού τις θεωρούν μικρές). Ετσι αξιώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό αναπλήρωσης να μην ξεπερνά το 50%.
Η κυβέρνηση δε αρχίζει και φλερτάρει με την ιδέα: για να γεφυρωθεί το χάσμα να προτείνει μια μικρή μείωση στα ποσοστά αναπλήρωσης ώστε να κινηθούν από το 0,7% (από 0,8% που έχει προτείνει ως κάτω βάση) έως και το 1,8% (από 2% που έχει προτείνει ως πάνω βάση).
