Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Να ανοίξουν οι πόρτες του εξωτραπεζικού δανεισμού για τις επιχειρήσεις ακόμη κι αν αυτό χρειάζεται να γίνει με «τοκογλυφικούς» όρους για να μπορούν να αντλήσουν κεφάλαια από θεσμικούς επενδυτές, ζητούν επίσημα πλέον από την κυβέρνηση οι φορείς της κεφαλαιαγοράς. 

Στο πλαίσιο αυτό η Τράπεζα της Ελλάδος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και το Χρηματιστήριο της Αθήνας υπέβαλαν στο υπουργείο Οικονομικών σχέδιο τροπολογίας ώστε να απελευθερωθεί πλήρως η τιμολόγηση της έκδοσης ομολογιακών δανείων από τους περιορισμούς που θέτει το διοικητικά καθοριζόμενο «δικαιοπρακτικό επιτόκιο» το οποίο προβλέπει πλαφόν επιτοκίου στο 5,3% για όλα τα εξωτραπεζικά δάνεια (7,3% για ληξιπρόθεσμα) ώστε αυτά να μη θεωρούνται τοκογλυφικά. 

Με την εξαίρεση των εκδόσεων εταιρικών ομολόγων από το δικαιοπρακτικό επιτόκιο, εκτιμάται ότι σταδιακά θα ανοίξει η πρόσβαση μεγάλων και μικρότερων επιχειρήσεων σε ακριβά μεν, πολύτιμα δε, κεφάλαια θεσμικών επενδυτών, χρηματιστηριακών εταιρειών, ιδιωτών, ασφαλιστικών εταιρειών, κεντρικών τραπεζών, εταιρειών διαχείρισης ή απόκτησης δανείων και λοιπών δυνητικών ενδιαφερομένων, η οποία παραμένει ερμητικά κλειστή από την αρχή της κρίσης. 

Το πρόβλημα είναι πως με τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων στο 10-11% λόγω του ρίσκου χώρας, οι επενδυτές που θα μπορούσαν να δανείσουν κεφάλαια στις ελληνικές επιχειρήσεις επιβάλλουν πολύ υψηλότερα επιτόκια από το 5,3% που υποχρεωτικά καθορίζεται ως νόμιμο ταβάνι μέσω του δικαιοπρακτικού επιτοκίου. Σύμφωνα με εκτιμήσεις παραγόντων της αγοράς, εκδόσεις εταιρικών ομολόγων στην Ελλάδα θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν αυτή την περίοδο με επιτόκια 7-8%, κόστος που είναι μεν εξωφρενικά υψηλό σε μια περίοδο που τα επιτόκια στην Ευρώπη είναι μηδενικά ή αρνητικά, αλλά θα επέτρεπε σε επιχειρήσεις που χρειάζονται χρήματα να τα βρουν και να διαπραγματευτούν το κόστος με όρους αγοράς.

Οι εταιρείες, όμως, απαγορεύεται με το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο να προσφέρουν υψηλότερη απόδοση και οι επενδυτές να τη δεχθούν καθώς κινδυνεύουν να θεωρηθούν τοκογλύφοι, με αποτέλεσμα ειδικά οι μικρότερες και μεσαίες ελληνικές εταιρείες που δεν μπορούν να βγουν στο εξωτερικό για χρηματοδότηση, να είναι παντελώς αποκλεισμένες τόσο από τον τραπεζικό δανεισμό που παρέχεται με το σταγονόμετρο, όσο και από τον δανεισμό των funds. 

Σε όλες τις περιπτώσεις που μεγάλες ελληνικές εταιρείες εξέδωσαν εταιρικά ομόλογα στο παρελθόν (από τον ΟΤΕ, τη ΔΕΗ, τη Motor Oil και τα ΕΛ.ΠΕ., μέχρι τη Frigoglass, την Coca Cola, τον Τιτάνα, την Intralot, τη ΦΑΓΕ, τις τράπεζες κ.ά.) αυτό έγινε μέσω οχημάτων ειδικού τύπου SPV που δημιουργήθηκαν στο Λουξεμβούργο και τη Μεγάλη Βρετανία, ώστε αφ’ ενός να ξεπεράσουν το πρόβλημα του δικαιοπρακτικού επιτοκίου και αφ’ ετέρου επειδή οι ξένοι επενδυτές απαίτησαν τα ομόλογα να διέπονται υπό ξένο δίκαιο (αγγλικό) για να καλυφθούν από το ρίσκο έναντι πιθανής χρεοκοπίας. 

Με το σχέδιο τροπολογίας που οι αρχές της κεφαλαιαγοράς έστειλαν προς εξέταση στον υπουργό Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο, επιδιώκεται να εξαιρεθούν από το δικαιοπρακτικό επιτόκιο και να εκδίδονται με όρους αγοράς τα ομολογιακά δάνεια τα οποία διατίθενται με δημόσια προσφορά, ιδιωτική τοποθέτηση ή εκείνα τα οποία πρόκειται να εισαχθούν προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, και στην προκειμένη περίπτωση στο Χρηματιστήριο Αθηνών που έχει έτοιμη τη σχετική υποδομή.

Το παράδοξο είναι πως το δικαιοπρακτικό επιτόκιο για εξωτραπεζικό δανεισμό είναι σήμερα χαμηλότερο από το μέσο επιτόκιο χορήγησης επιχειρηματικών δανείων από τις τράπεζες.

Σύμφωνα με στοιχεία της ΤτΕ, τα μέσα επιτόκια των επιχειρηματικών και των επαγγελματικών δανείων χωρίς συγκεκριμένη διάρκεια διαμορφώνονται σήμερα στο 6,04% και 7,47% αντίστοιχα, ενώ το μέσο επιτόκιο των επιχειρηματικών δανείων συγκεκριμένης διάρκειας και κυμαινόμενου επιτοκίου διαμορφώνεται στο 5,06%. 

Η απόφαση θεωρείται πάντως πολιτικά ευαίσθητη καθώς το υπουργείο Οικονομικών καλείται στην ουσία να «νομιμοποιήσει» τα υψηλά επιτόκια δανεισμού που με βάση την αυστηρή ερμηνεία του νόμου χαρακτηρίζονται «τοκογλυφικά».

Στην πραγματικότητα, όμως, όπως υποστηρίζουν οι θιασώτες της πρότασης, η απόφαση αυτή δεν αποτελεί παρά αποδοχή της πραγματικότητας που ισχύει στην αγορά όπου οι περιορισμοί στο ύψος των επιτοκίων απαγορεύουν πρακτικά τον εξωτραπεζικό δανεισμό ή λειτουργούν σαν βούτυρο στο ψωμί των μεγαλο-τοκογλύφων που δανείζουν επιχειρήσεις με διψήφια επιτόκια. 

Για την Ιστορία, το δικαιοπρακτικό επιτόκιο ορίστηκε διοικητικά για πρώτη φορά με βασιλικό διάταγμα του 1946, ενώ από το 1979 καθορίζεται με πράξη υπουργικού συμβουλίου κατόπιν εισήγησης αρχικά της νομισματικής επιτροπής και πλέον του διοικητή της ΤτΕ.

Από το 2001 συνδέεται άμεσα με το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ και είναι 5% υψηλότερο από αυτό ή 7% αν αφορά ληξιπρόθεσμα δάνεια.