Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με τον «οδικό χάρτη» της κυβέρνησης ανά χείρας και τους τέσσερις «σταθμούς» που περιλαμβάνει, η σειρά των οποίων είναι ασφαλιστικό, αξιολόγηση, αναδιάρθρωση χρέους και αναπτυξιακό «πακέτο», συνεχίζει την περιοδεία του ανά την Ευρώπη ο Ευκλείδης Τσακαλώτος.

Μετά τη Ρώμη, τη Λισαβόνα και το Παρίσι, το πρόγραμμα επαφών του Ελληνα υπουργού Οικονομικών συνεχίζεται σήμερα στο Ελσίνκι με τον Φινλανδό ομόλογό του, Αλεξάντερ Στουμπ. Ακολουθεί στο Αμστερνταμ αύριο ο πρόεδρος του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, και την Τετάρτη στο Βερολίνο ο «σκληρός» Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, με τον οποίο κλείνει αυτή η «τουρνέ».

Βέβαια, ο κ. Τσακαλώτος θα επιστρέψει μετά την Πέμπτη 14 Ιανουαρίου στην Αθήνα λόγω της ανειλημμένης υποχρέωσης που έχει για συμμετοχή στο πρώτο Eurogroup της χρονιάς. Η Ελλάδα δεν θα είναι κεντρικό θέμα σε αυτή τη συνεδρίαση από τη στιγμή που εκκρεμεί η αξιολόγηση του τρίτου προγράμματος.

Οπως όλα δείχνουν, αυτή θα ξεκινήσει στο τέλος του μήνα και σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα των θεσμών θα διαρκέσει τουλάχιστον 30 ημέρες. Αντιθέτως, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος εκτιμά ότι θα κλείσει πολύ σύντομα. «Είμαστε πολύ κοντά στο κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης» δήλωσε ο Ελληνας υπουργός μετά τη συνάντηση που είχε χθες με τον Γάλλο συνάδελφό του, Μισέλ Σαπέν.

Της αξιολόγησης θα ακολουθήσει η επαναφορά του waiver από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), δηλαδή η δυνατότητα των ελληνικών τραπεζών να δανείζονται απευθείας από την ΕΚΤ και όχι από τον ακριβό ELA, καθώς τα ελληνικά ομόλογα θα μπορούν και πάλι να χρησιμοποιηθούν ως εχέγγυα.

Με βάση το ίδιο χρονοδιάγραμμα, τον Απρίλιο αναμένεται να έχουν ληφθεί οι τελικές αποφάσεις για το χρέος. Μια κίνηση με ιδιαίτερη σημασία, γιατί θα επιτρέψει στην ΕΚΤ να εντάξει τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης αγοράζοντας τίτλους του ελληνικού Δημοσίου.

Τα παραπάνω αποτελούν βασικούς πυλώνες στους σχεδιασμούς του οικονομικού επιτελείου ώστε να μπορέσει η Ελλάδα να ξαναβγεί στις διεθνείς αγορές.

Για την ώρα, το βλέμμα της κυβέρνησης είναι στραμμένο στο ταξίδι του Τσακαλώτου και στην προσπάθεια που καταβάλλεται προκειμένου να προετοιμαστεί καλύτερα το έδαφος για την πρώτη αξιολόγηση και ει δυνατόν μέσω αυτών των ζυμώσεων να αναδειχθεί η αναγκαιότητα για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, που σήμερα φτάνει το 180% του ΑΕΠ.

Γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η πιθανότητα ενός νέου «κουρέματος» του ονομαστικού χρέους έχει ουσιαστικά αποκλειστεί, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος θα επιχειρήσει παραμονές του Eurogroup να βολιδοσκοπήσει τις προθέσεις του Γερμανού υπουργού Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, πάνω σε αυτό το ζήτημα.

Πληροφορίες αναφέρουν ότι η ελληνική πλευρά πηγαίνει στο Βερολίνο με τη γνωστή πρόταση ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους που βασίζεται στην αναδιάρθρωση των επιτοκίων δανεισμού και στην επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των χρεών της χώρας.

Είναι η πρόταση που κατέθεσε το καλοκαίρι η ελληνική πλευρά στους εταίρους και μεταξύ άλλων προβλέπει αναδιάρθρωση χρέους μέσω αναχρηματοδότησης με νέα εργαλεία, όπως π.χ. διασύνδεση του επιτοκίου των δανείων με τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, διαγραφή του 50% των ομολόγων του EFSF, αλλά και πρόωρη αποπληρωμή (των περίπου 25 δισ. ευρώ) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Αέναα ομόλογα

Ειδικότερα, προτείνεται μια ανταλλαγή των χρημάτων από το πρώτο πακέτο βοήθειας της Ελλάδας -ήτοι 110 δισεκατομμύρια ευρώ- με αέναα ομόλογα (perpetual bonds). Σε τέτοιου είδους ομόλογα, πληρώνονται μόνο οι τόκοι και όχι το κεφάλαιο. Η πρόταση αυτή αφορά μια εναλλακτική λύση, με επέκταση της αποπληρωμής των δανείων για μια περίοδο ακόμα και 100 ετών συνολικά.

Οσον αφορά το δεύτερο πακέτο στήριξης -το οποίο είναι ύψους 144 δισ. ευρώ-, από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης προτείνεται η διαίρεσή του, κατά το ήμισυ, και η διαφορετική εξέταση του κάθε μισού. Για το πρώτο μέρος προτείνεται η αύξηση του επιτοκίου από 2,5% σε 5%, ενώ για το δεύτερο προτείνεται η οριστική διαγραφή του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το χρέος της χώρας προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι βραχυπρόθεσμο και γι’ αυτό δημιουργείται ένα χρηματοδοτικό κενό τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μεσοπρόθεσμα, καθώς αποτρέπει τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης του Μάριο Ντράγκι.