Νέο πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της σπατάλης ενέργειας στον κτιριακό τομέα ετοιμάζουν κατά προτεραιότητα τα συναρμόδια υπουργεία Οικονομίας και Περιβάλλοντος, όπου καταναλώνεται το 40% των καυσίμων.
Η χώρα μας δαπανά σε ετήσια βάση πάνω από 2 δισ. ευρώ για πετρέλαιο θέρμανσης και υπολογίζεται ότι μια εξοικονόμηση τ 20-25% θα έχει όφελος για τα νοικοκυριά περίπου 500 εκατ. ευρώ.
Υπολογίζεται ότι 3,7 εκατ. ακίνητα που έχουν κατασκευαστεί πριν από την εφαρμογή του πρώτου κανονισμού θερμομόνωσης χαρακτηρίζονται ενεργοβόρα και μόνον το 30% διαθέτει ηλιακούς θερμοσίφωνες.
Παρ’ όλα αυτά, βρίσκονται στον αέρα σχεδόν οι μισές από τις αιτήσεις που έχουν υποβληθεί στο πρόγραμμα «Εξοικονόμηση κατ’ οίκον».
Οι φάκελοι που είχαν υποβληθεί αγγίζουν τις 89.000, αλλά μόνο 44.000 ενδιαφερόμενοι έχουν εξασφαλίσει χρηματοδότηση.
Το μέτρο είχε ενταχθεί στο ΕΣΠΑ της περιόδου 2007-2014, αλλά έχει βαλτώσει από τα τέλη του 2012 λόγω έλλειψης ρευστότητας αλλά και overbooking που έφτασε στο 198%.

Λόγω της εμπλοκής, πολλοί ιδιοκτήτες έχουν ήδη πληρώσει για επεμβάσεις στα ακίνητά τους χωρίς να μπορούν να εισπράξουν την κρατική συμβολή, που καλύπτει το 35-80% της δαπάνης και καταβάλλεται από το τραπεζικό σύστημα.
Με γνώμονα την εναρμόνιση της χώρας μας στην κοινοτική νομοθεσία αλλά και την αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, εξετάζονται νέα χρηματοδοτικά εργαλεία και κάποια φορολογικά κίνητρα για να «ξεπαγώσει» το πρόγραμμα που θα φέρει χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας στον οικοδομικό τομέα.
Διαφορετική είναι η προσέγγιση του πρώην υπουργού Κωστή Χατζηδάκη, που κατηγορεί την κυβέρνηση ότι «το πρόγραμμα έχει αφεθεί στην τύχη του».
Με αφορμή ερώτηση που είχε καταθέσει στη Βουλή, το υπουργείο Οικονομίας απάντησε ότι το 2015 εντάχθηκαν στο πρόγραμμα μόνον 517 περιπτώσεις και το οικονομικό σκέλος καλύφθηκε «από απελευθέρωση προηγούμενων δεσμευμένων κονδυλίων».
Ο Κ. Χατζηδάκης αναφέρει ότι τα προηγούμενα πέντε χρόνια είχαν ωφεληθεί πάνω από 50.000 ιδιοκτήτες και είχαν απορροφηθεί 548,2 εκατ. ευρώ.
Υπολογίζει επίσης ότι για να καλυφθούν οι αιτήσεις που εκκρεμούν και ξεπερνούν τις 35.000, θα απαιτηθούν 358,45 εκατ. ευρώ, αλλά το διαθέσιμο κονδύλι είναι μόνο 248 εκατ. ευρώ.
