Σε ιστορικά υψηλά για τα ελληνικά δεδομένα, συνεχίζει το μερίδιο των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας επί των συνολικών πωλήσεων στα σούπερ μάρκετ, διατηρώντας και τον πρώτο μήνα του 2026 τη δυναμική που απέκτησαν εν μέσω των έντονων πληθωριστικών πιέσεων τα προηγούμενα χρόνια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία των πωλήσεων όπως τις καταγράφουν οι εταιρείες Circana και NielsenIQ, τα Private Label, όχι μόνο συνεχίζουν να κατέχουν σημαντική θέση στο καλάθι των Ελλήνων καταναλωτών αλλά εξακολουθούν να «τρέχουν» και με υψηλότερους ρυθμούς, τόσο σε αξία, όσο και σε όγκο πωλήσεων σε σχέση με τα επώνυμα.
Με βάση τη Circana, το μερίδιο των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας τον Ιανουάριο του 2026, διαμορφώθηκε στο 27,1% επί του συνόλου. Υψηλότερο είναι το μερίδιό τους στην κατηγορία των προϊόντων οικιακής φροντίδας (28,5%), στα τρόφιμα ανήλθε στο 27,2% ενώ στα προϊόντα υγείας και ομορφιάς διαμορφώθηκε στο 21,8%. Την εβδομάδα που ολοκληρώθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 2026, οι πωλήσεις σε αξία συνολικά των PL σε αυξήθηκαν κατά 8,8% έναντι αύξησης 5,2% των επωνύμων. Σε όγκο πωλήσεων, η αύξηση ήταν 4,9% και 3,1% αντίστοιχα.
Οικονομικότερο το καλάθι αλλά υψηλότερες ποσοστιαίες αυξήσεις
Την ίδια στιγμή πάντως, παρότι τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας παραμένουν σαφώς οικονομικότερη επιλογή για τις αγορές των καταναλωτές, εμφανίζουν μεγαλύτερη αύξηση της μέσης τιμής ανά τεμάχιο (+3,7%) συγκριτικά με τα επώνυμα (+2,1%). Έτσι, το «καλάθι» των 60 σημαντικότερων προϊόντων, όπως το μετρά η Circana, διαμορφώνεται για τα PL στα 146,56 ευρώ -έναντι 145,93 ευρώ την αντίστοιχη περσινή περίοδο – και για τα branded στα 212,37 ευρώ έναντι 210,83 ευρώ πέρσι.
Η σταθερή θέση που διατηρούν τα τελευταία χρόνια στο ελληνικό καλάθι τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας αποτυπώνεται και τα στοιχεία της NielsenIQ. Το μερίδιο της ιδιωτικής ετικέτας στις αλυσίδες που μετρά η εταιρεία για την περίοδο από 29 Δεκεμβρίου 2025 έως και τις 25 Ιανουαρίου 2026 διαμορφώνεται στο 24,3%, στα ίδια επίπεδα που βρισκόταν το 2025 και το 2024. Το 2021 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν στο 22,4%, το 2022 ανέβηκε στο 23,9% ενώ το 2024 έφτασε στο 24,2%.
Αλλαγή αντίληψης από επιχειρήσεις και καταναλωτές
Σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ελβετία, η Ολλανδία, η Ισπανία ή η Γερμανία, το αντίστοιχο… ελληνικό μερίδιο των PL είναι βεβαίως ακόμα χαμηλό. Ωστόσο, η αλλαγή στο πώς αντιμετωπίζονται πλέον στην ελληνική αγορά τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, είναι σαφής.
Η ανάγκη για συγκράτηση του κόστους στον λογαριασμό του σούπερ μάρκετ ήταν βεβαίως εκείνη που έστρεψε τους καταναλωτές στη συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων, το γεγονός όμως ότι συνεχίζουν να κερδίζουν χώρο στο καλάθι ακόμη και σε περιόδους, ανατιμήσεων μεν, ηπιότερων δε, αποδίδεται και σε άλλους παράγοντες.
Από τη μία πλευρά, στην αντιμετώπιση από την ίδια την αγορά. Οι επιχειρήσεις επενδύουν πλέον με μεγαλύτερη ένταση στην ιδιωτική ετικέτα, εστιάζοντας τόσο στην ποικιλία των προϊόντων, όσο και στην ποιότητα ή τις συσκευασίες τους.
Παράλληλα, έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά και η αντίληψη που έχουν οι καταναλωτές σε σχέση με το παρελθόν, όταν η πλειονότητα τους θεωρούσε τα PL «υποδεέστερα» σε σχέση με τα επώνυμα. Πρόσφατη έρευνα που πραγματοποίησε το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, έδειξε ότι το 58% των καταναλωτών δηλώνει πολύ ικανοποιημένο ή ικανοποιημένο από τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Ουδέτερη στάση διατηρεί το 36% και μόλις το 6% εκφράζει δυσαρέσκεια. Επίσης, το 28% τα θεωρεί προϊόντα χειρότερης ποιότητας, το 55% ίδιας ποιότητας, ενώ το 17% ανώτερης ποιότητας από τα επώνυμα. Ως γενικό συμπέρασμα, η έρευνα διαπιστώνει πως τα προϊόντα PL έχουν «ωριμάσει» στην ελληνική αγορά ενώ ειδικά σε συγκεκριμένες κατηγορίες, όπως για παράδειγμα στα χαρτικά, οι καταναλωτές δηλώνουν σε πολύ υψηλά ποσοστά πρόθυμοι να τα βάλουν στο καλάθι τους.
