«Θα έχω την ευκαιρία να εστιάσω περισσότερο στα ζητήματα της αγοράς ενέργειας. Είναι σαφές ότι σήμερα δεν λειτουργεί ικανοποιητικά. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη ενοποίηση, ώστε να έχουμε καλύτερες τιμές ενέργειας πανευρωπαϊκά για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις», είπε χθες ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσερχόμενος στη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. με επίκεντρο την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και των επιχειρήσεών της. Η επιλογή της αναφοράς δεν είναι τυχαία.
Εδώ και τέσσερις μήνες -από τον περασμένο Οκτώβριο, όταν στη γενική συνέλευση του ΣΕΒ ο πρωθυπουργός έδωσε τη σχετική υπόσχεση- οι εκπρόσωποι των επιχειρήσεων, και δη των μεγάλων και ενεργοβόρων της βιομηχανίας, περιμένουν τις αποφάσεις της κυβέρνησης για τα μέτρα μείωσης του ενεργειακού κόστους. Αλλά η κυβέρνηση έχει οχυρωθεί πίσω από τη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι δεν εγκρίνει την εφαρμογή του λεγόμενου «ιταλικού μοντέλου», το οποίο προβλέπει τιμή ρεύματος 55 ευρώ/MWh για τρία χρόνια, εν είδει ενεργειακού δανείου, με την προϋπόθεση ότι οι ευνοούμενες θα κάνουν αντίστοιχες επενδύσεις σε ΑΠΕ σε βάθος 20ετίας. Στον αντίποδα του μοντέλου αυτού προβάλλεται το πλαίσιο CISAF που έχει θεσπίσει πρόσφατα η Κομισιόν για το ενεργειακό κόστος.
Το CISAF (Clean Industrial State Aid Framework) επιτρέπει στα κράτη-μέλη να στηρίζουν ενεργοβόρες επιχειρήσεις έναντι του υψηλού ενεργειακού κόστους με επιδότηση έως και 50% της κατανάλωσης, με ανώτατη ενίσχυση που αντιστοιχεί περίπου σε 25 ευρώ/MWh στη χονδρεμπορική τιμή. Η Γερμανία και η Βουλγαρία έχουν κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, επιτυγχάνοντας τιμές βιομηχανικού ρεύματος μεταξύ 50 και 60 ευρώ/MWh.
Η κυβέρνηση, ωστόσο, χρονοτριβεί και ακροβατεί ανάμεσα σε δύο βάρκες, καθώς στους κόλπους της βιομηχανίας εξελίσσεται ένας υπόρρητος εμφύλιος γύρω από το θέμα αυτό, αφού στον έναν πόλο της υπάρχουν όμιλοι στους οποίους συμπίπτει ο ρόλος του μεταποιητή και του ηλεκτροπαραγωγού.
Χθες, η Ενωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας, που εκπροσωπεί 57 βιομηχανικές επιχειρήσεις της μεταλλουργίας, της τσιμεντοβιομηχανίας, της χημικής βιομηχανίας, της χαρτοποιίας και άλλων κλάδων, άσκησε ευγενική πλην δηκτική κριτική στην κυβέρνηση, στην οποία, αφού επισημαίνει ότι η συζήτηση για το λεγόμενο «ιταλικό μοντέλο» έχει κλείσει, καλεί την κυβέρνηση να λάβει «αποφάσεις που μπορούν πραγματικά να στηρίξουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας, τη στιγμή που αυτή καλείται να λάβει σοβαρές επενδυτικές αποφάσεις για την επίτευξη του φιλόδοξου στόχου της απανθρακοποίησης».
Αντιστάθμιση
Η ΕΒΙΚΕΝ χαρακτηρίζει θετική εξέλιξη την πρόθεση του ΥΠΕΝ να επαναδιαπραγματευτεί με την Κομισιόν την ενίσχυση του υφιστάμενου μηχανισμού Αντιστάθμισης CO₂, ο οποίος εφαρμόζεται ήδη από το 2013, υπενθυμίζει ότι ο νέος μηχανισμός για μειωμένο ΕΤΜΕΑΡ παραμένει σε εκκρεμότητα από το 2022, ενώ εφαρμόζεται πανευρωπαϊκά, αλλά ταυτόχρονα υπογραμμίζει ότι οι εξελίξεις στην υπόλοιπη Ευρώπη καταδεικνύουν πως ο ανταγωνισμός εντείνεται και πως η χώρα δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στον μηχανισμό Αντιστάθμισης ως μοναδικό εργαλείο μείωσης του αυξημένου κόστους ηλεκτρικής ενέργειας. Και αναφέρει ότι στο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων της Συμφωνίας για καθαρή βιομηχανία (CISAF), η Βουλγαρία εφαρμόζει από τον περασμένο Ιούλιο εγγυημένη τιμή 62,5 ευρώ/MWh και η Γερμανία από την αρχή του έτους 50 ευρώ/MWh,
Επισημαίνουμε και οι δύο ως άνω μηχανισμοί στηρίζονται στο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων της Συμφωνίας για καθαρή βιομηχανία (CISAF).
«Η ΕΒΙΚΕΝ καλεί την πολιτεία να προχωρήσει άμεσα στην εφαρμογή μηχανισμού μείωσης του κόστους ενέργειας του CISAF, ο οποίος θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς την υφιστάμενη Αντιστάθμιση CO₂, εξασφαλίζοντας πραγματική και συγκρίσιμη στήριξη του συνόλου των βιομηχανιών έντασης ενέργειας σε αντιστοιχία με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη Ε.Ε.», αναφέρει η ανακοίνωσή της. Και όπως φαίνεται από όσα λέει με δήλωσή του στην «Εφ.Συν.» ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ (πρόεδρος ΣΙΔΕΝΟΡ) Αντώνης Κοντολέων, αφ’ ενός «δεν είναι οι Βρυξέλλες αλλά η Αθήνα που κωλυσιεργεί», αφ’ ετέρου αμφισβητεί ριζικά τον ισχυρισμό της κυβέρνησης (σ.σ. διά του αναπληρωτή υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκου Τσάφου) ότι την τελευταία εξαετία το μερίδιο της μεταποίησης στο ΑΕΠ αυξήθηκε 38%. Στη συνέλευση της ΕΒΙΚΕΝ επισημάνθηκε ότι η συμμετοχή της μεταποίησης στο ΑΕΠ ανέρχεται μόλις στο 9,1%, μία από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ε.Ε.
Στον αντίποδα της θέσης της ΕΒΙΚΕΝ ως προς το μοντέλο στήριξης της ενεργοβόρας βιομηχανίας φαίνεται να κινείται μερίδα της, που ωστόσο έχει μαξιλάρια στήριξης και στην ηλεκτροπαραγωγή. Ο πρόεδρος του συνδέσμου της ευρωπαϊκής μεταλλουργίας (μη σιδηρούχων μετάλλων) Ευάγγελος Μυτιληναίος, επικεφαλής της Metlen, με αφορμή τη μετονομασία της Eurometaux σε European Metals, σε δήλωσή του τονίζει ότι «τα ευρωπαϊκά μη σιδηρούχα μέταλλα αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της ενεργειακής μετάβασης, της ψηφιοποίησης, της ασφάλειας και της άμυνάς μας». Στη συνέχεια, όμως, χαρακτηρίζει το Clean Industrial State Aid Framework (CISAF) «μη λειτουργικό, καθώς «ακυρώνει» κάθε στήριξη με δογματικούς περιορισμούς και προϋποθέσεις… Οταν μάλιστα προβλέπει ότι μόνο η καθαρή ενέργεια που παράγεται επιτόπου μπορεί να λάβει χρηματοδότηση, γίνεται σαφές ότι το CISAF δεν κατανοεί τον κλάδο μας». Τόσο η European Metals όσο και άλλοι 12 ευρωπαϊκοί σύνδεσμοι ενεργοβόρων βιομηχανιών (εξόρυξη, τσιμέντο, γυαλί, λιπάσματα κ.ά.) προτείνουν πλαφόν 50 ευρώ/MWh στο συνολικό κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες της Ευρώπης.
Βεβαίως, τίθεται το ερώτημα: Για τους καταναλωτές της Ε.Ε., που τουλάχιστον στο ανατολικό μέρος της πληρώνουν τα διπλά, θα μπει κάποιο πλαφόν;
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΒΙΚΕΝ, ΣΤΗΝ «ΕΦ.ΣΥΝ.»:
«Να χρησιμοποιηθεί άμεσα το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο!»

«Δεν υπάρχει άλλος χρόνος για χάσιμο. Η συζήτηση για την υιοθέτηση του ιταλικού μοντέλου πρέπει να τερματιστεί. Ο μηχανισμός της Αντιστάθμισης αποσκοπεί στο να αποτρέψει μια μεγάλη μερίδα εξαγωγικών βιομηχανιών από το να μεταναστεύσουν εκτός Ευρώπης (carbon leakage) και εφαρμόζεται στη χώρα μας από το 2013. Προφανώς δεν επαρκεί για να αντιμετωπιστεί το αυξημένο κόστος ενέργειας για όλες τις βιομηχανίες έντασης ενέργειας της χώρας. Πρέπει λοιπόν να κάνουμε άμεση χρήση του διαθέσιμου ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου, ήτοι έκπτωση έως 50% επί της τιμής της αγοράς για μέρος έως 50% της κατανάλωσης (CISAF), όπως προχωρούν η Γερμανία και η Βουλγαρία, αλλά και άλλες σταδιακά.
Η συμμετοχή της ελληνικής μεταποίησης στο ΑΕΠ της χώρας με μόλις 9,1%, έναντι 8% το 2019, την κρατά σταθερά χαμηλά τέταρτη από το τέλος στην Ε.Ε. Τα περί αύξησης της μεταποίησης κατά 38% σε σχέση με το 2019 δεν ευσταθούν. Παραμένει λοιπόν το ερώτημα. Υπάρχει όμως η πολιτική βούληση;».
