Μεγάλες διαφωνίες και σαφείς επιφυλάξεις εξέφρασε η αντιπολίτευση στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων σχετικά με το νομοσχέδιο για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, το οποίο αποτελεί μια δειλή αφετηρία σε αντιδιαστολή με τον φιλόδοξο στόχο αύξησης της κάλυψης των εργαζομένων από το 20% στο 80% μέχρι το 2030.
Οπως αναμενόταν, το σχέδιο νόμου ψηφίστηκε επί της αρχής μόνο από τη «γαλάζια» πλειοψηφία, αν και το ΚΚΕ και η Νέα Αριστερά ζήτησαν την απόσυρσή του λόγω της δικαστικής έρευνας σε βάρος του προέδρου της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλου, γιατί διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση των ρυθμιστικών διατάξεων ύστερα από διαπραγματεύσεις με τις εργοδοτικές οργανώσεις και την ηγεσία του υπουργείου Εργασίας.
Αφού καταδίκασαν τον πρωτοφανή αποκλεισμό συνδικαλιστών από πρωτοβάθμια-δευτεροβάθμια όργανα και από την Επιθεώρηση Εργασίας στην προηγούμενη συνεδρίαση και επέρριψαν μεγάλες ευθύνες στη Νέα Δημοκρατία για τη συστηματική απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, ειδικοί αγορητές κατέδειξαν πως τα νέα νομοθετικά μέτρα, σε συνδυασμό με τη διατήρηση του ελέγχου του κατώτατου μισθού από το κράτος και την ανενεργή Εθνική Συλλογή Σύμβαση Εργασίας, δρουν ανασταλτικά στην ενίσχυση των ΣΣΕ με ουσιαστικές αυξήσεις εργασιακών απολαβών, οι οποίες σε όρους αγοραστικής δύναμης βρίσκονται στον πάτο της Ευρώπης.
Ειδικότερα, η έλλειψη εγγυήσεων για τη σύναψη ΣΣΕ, η θεσμοθέτηση προνομιακού ρόλου στη ΓΣΕΕ και τα νέα προσκόμματα στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας, χωρίς επαναφορά του δικαιώματος μονομερούς προσφυγής και της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης, δεν ευνοούν ούτε την ισχυροποίηση και την αυτονομία των συνδικάτων ούτε την αποτελεσματικότητα της διαπραγματευτικής τους δυνατότητας, αλλά πιθανώς να αποτρέψουν ακόμα και δίκαιες διεκδικήσεις να φτάσουν στην κρίση του ΟΜΕΔ.
Αξίζει να σημειωθεί εδώ η αναληθής επιχειρηματολογία στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου σε ό,τι αφορά τη σύσταση τριμελούς Επιτροπής Ελέγχου Παραδεκτού στον Οργανισμό, καθώς δεν ισχύει πως τίθεται ζήτημα υποχρεωτικότητας στη διαδικασία της μεσολάβησης.
Μπαράζ επικρίσεων
Τη δυνατότητα επέκτασης της μετενέργειας όλων των κανονιστικών όρων ώς τη σύναψη νέας σύμβασης και στις ενεργές ΣΣΕ ζήτησε εκ μέρους της αξιωματικής αντιπολίτευσης ο Παύλος Χρηστίδης. «Πολλές από τις κουβέντες που κάνουμε εδώ αποτελούν θέσεις που το ΠΑΣΟΚ έχει καταθέσει εδώ και χρόνια και η Ν.Δ. όχι μόνο δεν αποδεχόταν αλλά απαξίωνε», είπε.
Ο Γιώργος Γαβρήλος από τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, που καταψήφισε το ν/σ, καυτηρίασε, μεταξύ άλλων, τη θέσπιση δυνατότητας στη ΓΣΕΕ να συνυπογράφει συμβάσεις ύστερα από πρόσκληση του οικείου σωματείου. «Αν και το άρθρο πράγματι λύνει κάποια υπαρκτά προβλήματα κλάδων που με δική σας ευθύνη δημιουργούνται (…), το άρθρο κρύβει και πολλές παγίδες. Απειλεί ευθέως τη συλλογική αυτονομία των αρμόδιων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Η ΓΣΕΕ μετατρέπεται σε έναν υπερεταίρο».
Ο ειδικός αγορητής του ΚΚΕ, Χρήστος Κατσιώτης, έκανε λόγο για νομοσχέδιο που διαμορφώνει συλλογικές συμβάσεις εργασίας κομμένες και ραμμένες στα θέλω των εργοδοτών, εναρμονισμένο με το πυκνό αντεργατικό πλέγμα της Ευρωπαϊκής Ενωσης που αποτελεί τη μήτρα εκατοντάδων νόμων σε όλες τις χώρες υπέρ της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου, με διαρκή συμπίεση του λεγόμενου κόστους εργασίας.
Η Θεανώ Φωτίου από τη Νέα Αριστερά κατήγγειλε την κυβέρνηση «διότι διατηρείται ακέραιο το αντεργατικό πλαίσιο και παγιώνεται η υφιστάμενη κατάσταση, όπως έχει διαμορφωθεί από τους νόμους που ψηφίσατε από το 2019 μέχρι σήμερα».
«Καταργείται ο δεύτερος βαθμός διαιτησίας ώστε οι ενστάσεις να καταλήγουν στα δικαστήρια και εξαιτίας των χρόνων που χρειάζονται να τελεσιδικήσουν να παραπέμπονται στις καλένδες οι διαιτητικές αποφάσεις. Ξεχάσατε βέβαια ότι ο Αρειος Πάγος και το ΣτΕ λένε πως η μονομερής προσφυγή είναι συνταγματικά επιβεβλημένη», τόνισε μεταξύ άλλων.
Ο ειδικός αγορητής της Πλεύσης Ελευθερίας Σπύρος Μπιμπίλας δήλωσε πως η Πλεύση Ελευθερίας δεν πρόκειται να δώσει «λευκή επιταγή σε ένα νομοσχέδιο που από τη μια αποκαθιστά ορθά τη μετενέργεια και από την άλλη εισάγει θεσμικούς κόφτες στον ΟΜΕΔ και αφήνει ανοιχτά παράθυρα υπονόμευσης των συλλογικών όρων στην πράξη. Θέλουμε πραγματική καθολικότητα των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ισχυρούς ελεγκτικούς μηχανισμούς εφαρμογής, πλήρη κατοχύρωση της συνδικαλιστικής ελευθερίας χωρίς φίλτρα και με πρόσβαση στη μεσολάβηση και τη διαιτησία, που να λειτουργεί φυσικά υπέρ του αδυνάμου».
