Τη μεγαλύτερη φαρμακοβιομηχανία του κόσμου δημιουργεί η αμερικανική Pfizer με την εξαγορά της Allergan, σε μια συμφωνία η οποία στοχεύει μεταξύ άλλων και στη… φοροαποφυγή.
Με συνολικό τίμημα 160 δισ. δολαρίων, η συμφωνία είναι η μεγαλύτερη που έγινε ποτέ στον κλάδο της υγείας παγκοσμίως και η δεύτερη μεγαλύτερη στο σύνολο των επιχειρηματικών κλάδων από την εξαγορά της γερμανικής εταιρείας τηλεπικοινωνιών Mannesman από τη Vodafone το 1999.
Ενώνει την παραγωγό του Viagra, του παυσίπονου Lyrica και του εμβολίου Prevnar με την κατασκευάστρια του Botox και του Νamenda –σκευάσματος κατά της νόσου Αλτσχάιμερ– και δημιουργεί έναν επιχειρηματικό κολοσσό με συνολικές ετήσιες πωλήσεις μεγαλύτερες των 65 δισ. δολαρίων.
Αντίστροφη συγχώνευση
Η ισχύς της ένωσης των δύο εταιρειών δεν είναι όμως το μοναδικό όφελος –και αιτία– αυτής της συμφωνίας. Το ντιλ θα επιτρέψει στην Pfizer, που επί 165 συναπτά έτη εδρεύει και καταβάλλει φόρους στις ΗΠΑ, να μεταφερθεί στην ιδιαίτερα ευνοϊκή στη φορολογία των επιχειρήσεων Ιρλανδία, έδρα της Allergan.
Με τη μεταφορά αυτή, η συνολική φορολόγηση των κερδών του νέου ομίλου θα μειωθεί από περίπου 26% που πληρώνει σήμερα η Pfizer στο αμερικανικό δημόσιο σε 17%-18%.
Προκειμένου να ξεπεραστεί η οιαδήποτε πολιτική προσπάθεια τορπιλισμού της συμφωνίας, η μεταβίβαση θα δομηθεί μάλιστα ως «αντίστροφη συγχώνευση», με την Allergan να φαίνεται τεχνητά ότι αγοράζει την Pfizer.
Η Pfizer είναι η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα εταιρεία των ΗΠΑ που επιχειρεί με μια εξαγορά σε χώρα χαμηλής φορολόγησης των επιχειρήσεων να φοροαποφύγει, δεν είναι όμως η μοναδική.
Σε ανάλογες εξαγορές και μεταφορές εδρών έχουν προβεί αμέτρητοι κολοσσοί, όπως για παράδειγμα η αλυσίδα φαστ φουντ Burger King (Καναδάς) ή η Chiquita Brands (Ιρλανδία). Η στρατηγική αυτή όμως αφαιρεί σημαντικούς πόρους από το αμερικανικό δημόσιο.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Κογκρέσου, στα επόμενα 10 χρόνια θα κοστίσει στους Αμερικανούς φορολογούμενους περί τα 19,5 δισ. δολάρια.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα έχει αποκαλέσει αυτού του είδους τις εξαγορές «αντιπατριωτικές», ενώ η Χίλαρι Κλίντον και ο Μπέρνι Σάντερς των Δημοκρατικών τις έχουν αντιπαραβάλει με τις υψηλές τιμές των φαρμάκων που επιβάλλουν οι φαρμακοβιομηχανίες στις ΗΠΑ.
Από την πλευρά του ο Ιαν Ριντ, διευθύνων σύμβουλος της Pfizer, παραπονιέται ότι εξαιτίας της υψηλής φορολόγησης στις ΗΠΑ η εταιρεία του «ανταγωνίζεται με το ένα χέρι δεμένο πίσω από την πλάτη». Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών σχεδιάζει νέους κανόνες που θα μπλοκάρουν αυτού του είδους τις εξαγορές.
Ομως οι ειδικοί αμφιβάλλουν αν τελικά θα γίνει κάτι, αφού το λόμπι των «big pharma» παραμένει πανίσχυρο.
Εδώ και δεκαετίες άλλωστε οι φαρμακοβιομηχανίες –όπως και οι τράπεζες– είναι οι μεγαλύτεροι χρηματοδότες των προεκλογικών εκστρατειών των Αμερικανών προέδρων και πολιτικών.
