Αντίστροφα μετρά ο χρόνος για τον εθνικό οδικό χάρτη περί ενίσχυσης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που σχεδιάζεται μέσα στα ούτως ή άλλως στενά θεσμικά περιθώρια εξαιτίας του ναρκοθετημένου εδάφους από τις αντεργατικές ρυθμίσεις των νόμων Κεραμέως, Χατζηδάκη και Γεωργιάδη.
Το τελικό σχέδιο πρέπει να παρουσιαστεί τον Δεκέμβριο, καθώς στο τέλος του έτους εκπνέει το χρονικό περιθώριο για την εφαρμογή της ευρωπαϊκής οδηγίας 2022/2041, η οποία έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία με τον νόμο 5163/2024 για τον κατώτατο μισθό, προβλέπει αύξηση του ποσοστού κάλυψης των εργαζομένων από ΣΣΕ στο 80%, από περίπου 25% στη χώρα μας, μέχρι το 2027, αλλά δεν καθίσταται υποχρεωτική για τα κράτη-μέλη.
Επειτα από πέντε και πλέον μήνες οι διαβουλεύσεις για την εξεύρεση κοινού τόπου και πεδίου σύγκλισης μεταξύ του υπουργείου Εργασίας και των κοινωνικών φορέων δεν έχουν καρποφορήσει με τον διάλογο να επαναλαμβάνεται αύριο ανάμεσα στις εμπλεκόμενες πλευρές.
Σε κοινή επιστολή προς την υπουργό Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, οι συνδικαλιστικοί και εργοδοτικοί φορείς ζήτησαν να συνεχιστεί η ανταλλαγή απόψεων σε ανώτατο επίπεδο με στόχο «να επιτευχθεί μια πιο σφαιρική, ισορροπημένη και κοινά αποδεκτή προσέγγιση για την ενίσχυση του πλαισίου των συλλογικών διαπραγματεύσεων».
Η «περαιτέρω πρόοδος του εγχειρήματος προϋποθέτει τη συνέχιση της στενής και άμεσης επικοινωνίας, αντί της υποβολής συγκεκριμένων προτάσεων στο παρόν στάδιο», θεωρούν οι πρόεδροι της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος, του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, της ΓΣΕΒΕΕ, Γιώργος Καββαθάς, της ΕΣΕΕ, Σταύρος Καρούνης, του ΣΕΤΕ Γιάννης Παράσχης και του ΣΒΕ Λουκία Σαράντη.
Οι κοινωνικοί εταίροι είχαν κληθεί να στείλουν γραπτώς τις προτάσεις τους πριν από την ψήφιση του νόμου Κεραμέως, ο οποίος μειώνει ακόμα περισσότερο το εύρος των πεδίων που δύναται να ρυθμιστούν με συλλογικές διαπραγματεύσεις, όπως η διευθέτηση του χρόνου εργασίας, η οποία διαμορφώνεται σε ατομικό επίπεδο με τον εργαζόμενο, ακόμα και όταν υπάρχει συνδικαλιστική εκπροσώπηση στον χώρο εργασίας αλλά δεν έχει καταλήξει σε σχετική συμφωνία. Ο νόμος για τον κατώτατο μισθό αφαίρεσε από τους εκπροσώπους των εργαζομένων τη δυνατότητα καθορισμού του παραχωρώντας τον στο κράτος.
Η ΓΣΕΕ έχει επανειλημμένα ζητήσει την πλήρη αποκατάσταση των εργασιακών δικαιωμάτων, που αποσαθρώθηκαν με τους μνημονιακούς νόμους και τριμερή συμφωνία ανάμεσα σε κυβέρνηση, εργοδότες και εργαζόμενους για τη στήριξη των ΣΣΕ. Σύμφωνα με την έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για το 2025, το 2024 κυρώθηκαν μόνο 47 κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις από τις οποίες οι επτά είναι υποχρεωτικές.
Οι προσδοκίες για το φιλόδοξο σχέδιο δράσης μετριάζονται, αφού αυτό σκοντάφτει και σε άλλα εμπόδια. Σύμφωνα με πληροφορίες, δύο από τα «αγκάθια» είναι το ενδεχόμενο προσφυγής στη Διαιτησία μέσω ειδικής επιτροπής και το ενδεχόμενο μείωσης του ποσοστού εργοδοτικής εκπροσώπησης, που απαιτείται για την επέκταση των όρων των συλλογικών συμβάσεων στο σύνολο ενός κλάδου κάτω από το υφιστάμενο 50%+1.
Σημειώνεται ότι η πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δεν επιφέρει αλλαγές στο πεδίο των συλλογικών διαπραγματεύσεων, γιατί με τη σημαντική απόφαση της 11ης Νοεμβρίου ακύρωσε δύο διατάξεις, οι οποίες αφορούσαν τη μη μείωση των κατώτατων μισθών και τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τα κράτη-μέλη για τον καθορισμό τους.
