Σε δεύτερη μοίρα εξακολουθεί να κρατά η κυβέρνηση το ζητούμενο της προστασίας του καταναλωτή, παρότι επί μία πενταετία δοκιμάζεται από την ακρίβεια. Το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης για τη σύσταση ενιαίας Αρχής εποπτείας της αγοράς καρατομεί τον Συνήγορο του Καταναλωτή και έχει καταφέρει να δημιουργήσει σύγχυση τόσο στην πλευρά της αγοράς όσο και των καταναλωτών.
Περισσότερο ντόρο έχουν ξεσηκώσει οι «διπλές τιμές», δηλαδή το άρθρο 47 του σχεδίου νόμου, το οποίο εισάγεται την ερχόμενη εβδομάδα στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές για να συζητηθεί και να ψηφιστεί από την Ολομέλεια της Βουλής μέχρι τις 27 Νοεμβρίου. Η διάταξη προβλέπει αορίστως ότι στις επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου αναγράφονται, «κατά τρόπο προσήκοντα και ευκρινή», τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η πορεία διαμόρφωσης της τελικής τιμής σε νωπά προϊόντα.
Ο τρόπος επιλογής οπωροκηπευτικών ή κρεάτων αλλά και ο τρόπος αναγραφής της τιμής στα ταμπελάκια παραπέμπονται σε υπουργικές αποφάσεις. Ο αρμόδιος υπουργός θα ενεργοποιεί το μέτρο μόνο για συγκεκριμένα αγαθά που «ξεφεύγουν» και θα παρακολουθούνται προσωρινά για ορισμένο χρονικό διάστημα, ενώ άγνωστο παραμένει πώς, έστω για αυτά, θα καθορίζεται η διαφορά από την τιμή του παραγωγού στην τιμή στο ράφι.
Αλυσίδες υπεραγορών αναζητούν ερμηνείες από νομικούς για να λύσουν τον «γρίφο» και να μη βγουν ζημιωμένες. Παραγωγοί και επαγγελματίες λαϊκών αγορών τονίζουν ότι ο τελικός πωλητής δεν δύναται να γνωρίζουν αν έχει αισχροκερδήσει ο προμηθευτής, ο έμπορος ή ο παραγωγός. Καταναλωτικές ενώσεις ζητούν προσθήκη στη ρύθμιση ώστε να καταστεί ξεκάθαρα υποχρεωτική η αναγραφή της τιμής παραγωγού και ο πολίτης να μπορεί να τη συγκρίνει με την τιμή αγοράς.
Ζήτημα ανεξαρτησίας
Ακόμα πιο προβληματικές είναι οι διατάξεις για τη δημιουργία της Ανεξάρτητης Αρχής Εποπτείας της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, που αντιγράφουν σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία και τα όργανα της ΑΑΔΕ – παγκόσμια πρωτοτυπία σε επίπεδο (μη) λογοδοσίας.
Σωματεία και οργανώσεις θέτουν ευθέως ζήτημα ανεξαρτησίας της νέας αρχής και καταγγέλλουν την υποβάθμιση του Συνηγόρου του Καταναλωτή. Η Αρχή θα ενημερώνει κάθε τρεις μήνες τον υπουργό Ανάπτυξης και συνδυάζει δύο αντιφατικές αρμοδιότητες, της διαμεσολάβησης για επίλυση διαφορών και της επιβολής κυρώσεων, με αποτέλεσμα να συγκρούεται με την ευρωπαϊκή οδηγία 2013/11.
Ως όργανα διοίκησης ορίζονται το Συμβούλιο Διοίκησης, ο διοικητής και οι τρεις υποδιοικητές, χωρίς να αποκλείεται η συμμετοχή στελέχους από επιχείρηση ελεγχόμενη από την Αρχή και να προβλέπεται πουθενά η συνεργασία με εκπροσώπους των ενώσεων καταναλωτών, με αποτέλεσμα να απαξιώνεται ο ρόλος τους.
Η παραπάνω δομή δημιουργεί μονομερείς εξουσίες, χωρίς συλλογική ευθύνη και χωρίς συνοχή, αντί να μεριμνά για την προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών, της υγείας και της ασφάλειας, αντί να προάγει τα οικονομικά συμφέροντά τους, σύμφωνα με την ΕΚΠΟΙΖΩ. Στις προτάσεις της στη δημόσια διαβούλευση, που ολοκληρώθηκε χθες, τόνισε ότι η νέα Αρχή δεν ικανοποιεί τις επιτακτικές ανάγκες των σύγχρονων, καθημερινών και απαιτητικών προβλημάτων των καταναλωτών. «Ο ρόλος του Δ.Σ. θα πρέπει να εστιάζεται στην προστασία του καταναλωτή, ώστε να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της εποχής (όπως π.χ. έλεγχος και εποπτεία των μεγάλων επιχειρήσεων, τραπεζών, ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ, ψηφιακές πλατφόρμες)» ανέφερε η Ενωση, που σημειώνει χαρακτηριστικά τα εξής:
«Η Αρχή θα πρέπει να απολαμβάνει πλήρη διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, να ενεργεί ανεξάρτητα, και δεν ζητά ούτε λαμβάνει οδηγίες από κανέναν άλλον φορέα σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων που της ανατίθενται. Αντίθετα στο σχέδιο νόμου δίνεται προτεραιότητα στην εποπτεία και παρακολούθηση της αγοράς με στόχο την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών και την αντιμετώπιση του κόστους διαβίωσής τους, η οποία εκ των πραγμάτων είναι αυτονόητη υποχρέωση της Πολιτείας. Τα ως άνω δεν συνάδουν με την προστασία των καταναλωτών και την ενδυνάμωση των ενώσεων καταναλωτών, με αποτέλεσμα να μην προάγονται τα συμφέροντα των καταναλωτών, να δημιουργείται σύγχυση και να υποβαθμίζεται ακόμα περισσότερο η προστασία τους».
Υποβάθμιση του Συνηγόρου
Η Ενωση Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας σημειώνει πως στο σχέδιο νόμου «δεν τεκμηριώνεται η επιλογή τής κατά συγχώνευσης σύστασης της υπό ίδρυση Αρχής ως προς την εναλλακτική επιλογή της μεταφοράς δραστηριοτήτων και πόρων από τους υπόλοιπους φορείς στον Συνήγορο του Καταναλωτή και τον δικό του μετασχηματισμό.
»Η υπό σύσταση Αρχή θα είναι πρακτικά ανενεργή για το χρονικό διάστημα των δύο ετών (έως 31/12/2027) που εμμέσως πλην σαφώς προβλέπεται στο Αρθρο 38 παρ. 5 περί της Λειτουργίας Διεύθυνσης Οικονομικού. Απεναντίας, η εναλλακτική επιλογή του δομικού μετασχηματισμού του Συνηγόρου διασφαλίζει συνεχώς μία, τουλάχιστον, ελάχιστη δραστηριότητα στην υπό σύσταση Αρχή».
Η μείωση της ανεξαρτησίας της υπάρχουσας Αρχής αντίκειται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση και θα ήταν ακυρώσιμη και από τη σκοπιά του ενωσιακού δικαίου, πρόσθεσε ο Σύλλογος Εργαζομένων στον Συνήγορο του Πολίτη.
Η Ομοσπονδία Εργαζομένων Ανεξάρτητων Αρχών ζήτησε συγκεκριμένες τροποποιήσεις των άρθρων 4, 12, 13, 31 και 34, ώστε να μη μειώνεται ή καταργείται η ανεξαρτησία της νέας Αρχής και η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των μελών της διοίκησής της, όπως επίσης να μεταφερθεί το σύνολο των αρμοδιοτήτων του Συνηγόρου στη νέα δομή. Τέλος, προειδοποίησε ότι συρρέουσες αρμοδιότητες της νέας Αρχής θα λειτουργούν ως αντικίνητρο για την αυτόβουλη προσέλευση στη διαμεσολάβηση των καταγγελλόμενων εταιρειών και επιχειρήσεων.
