Οχι μόνο προσωρινή για μια τριετία, αλλά και η ελάχιστη δυνατή σε χρήματα, θα είναι τελικά η κρατική υποστήριξη των οικονομικά ευάλωτων δανειοληπτών που θα ενταχθούν στον νόμο Κατσέλη από το 2016 για να σώσουν το σπίτι τους από την απελευθέρωση των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας.
«Νομοτεχνική βελτίωση» η οποία κατατέθηκε χθες το βράδυ στο νομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα, στην πραγματικότητα φαίνεται να επιδεινώνει μερικώς τη ρύθμιση για την προστασία από πλειστηριασμούς των δανειοληπτών που ανήκουν στις χαμηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες, ενώ επιπλέον καθιερώνει ακόμη περισσότερες «δικλίδες» ασφαλείας υπέρ των τραπεζών και των υπόλοιπων πιστωτών.
Μία από τις σημαντικότερες τροποποιήσεις της τελευταίας στιγμής είναι ότι διεγράφη από τον νόμο η διάταξη που προέβλεπε πως από το 2017 και μετά, το Δημόσιο θα αναλάμβανε, εκτός από την «εξυπηρέτηση» να πληρώνει μέρος της δόσης για τον δανειολήπτη, να επωμιστεί και το όποιο κόστος από τυχόν αδυναμία του οφειλέτη να πληρώνει ακόμη και τη συμφωνημένη δόση του.
Η συγκεκριμένη διάταξη προέβλεπε πως «σε περίπτωση που οι πραγματοποιηθείσες καταβολές του οφειλέτη στους πιστωτές από 1.1.2017 και μέχρι το τέλος της συνεισφοράς του ελληνικού Δημοσίου υπολείπονται αυτών που ορίστηκαν με την απόφαση του δικαστηρίου, το υπολειπόμενο ποσό εξοφλείται από το ελληνικό Δημόσιο».
Το Δημόσιο δηλαδή θα επιβαρυνόταν την επιπλέον ζημιά αν παρά την κρατική βοήθεια που θα δινόταν, και πάλι ο δανειολήπτης δεν κατάφερνε να καλύπτει το σύνολο της δόσης που του αναλογεί.
Η διάταξη αυτή ήταν εξ αρχής «θολή» καθώς δεν αναφερόταν ούτε στο νομοσχέδιο ούτε στην εισηγητική έκθεση αν το Δημόσιο είχε τα χρήματα να καλύψει όσους ευάλωτους δανειολήπτες δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στο σχέδιο ρύθμισης της οφειλής τους και να «διαγράψει» με δικά του χρήματα μέρος της οφειλής προς τις τράπεζες.
Με την αλλαγή ουσιαστικά το κράτος θα διευκολύνει ταμειακά τον δανειολήπτη, αλλά αυτός θα πληρώσει μελλοντικά για αυτή τη διευκόλυνση.
Αντίθετα, διατηρείται η διάταξη σύμφωνα με την οποία μόνο για το 2016, το Δημόσιο θα καλύπτει τη διαφορά του ποσού ανάμεσα στη δόση που θα ορίσει το δικαστήριο και τα χρήματα που τελικά θα καταβάλλει ο δανειολήπτης.
Ομως και σε αυτή την περίπτωση το χρέος που θα αναλαμβάνει το Δημόσιο, δεν θα διαγράφεται υπέρ του δανειολήπτη αλλά θα επιβαρύνει τις δόσεις των επόμενων ετών.
Στη σχετική διάταξη όπως αναδιατυπώθηκε χθες προβλέπεται πως «μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2016 το Δημόσιο έχει τη δυνατότητα να προβεί σε μερική κάλυψη της διαφοράς μεταξύ του ποσού που καταβάλλει ο οφειλέτης και του ποσού που ορίζεται στο σχέδιο διευθέτησης οφειλών.
Το σχέδιο θα θεωρείται πως εξυπηρετείται και τα ποσά που δεν κατέβαλε ο δανειολήπτης θα κεφαλαιοποιούνται στο υπολειπόμενο ποσό».
Περισσότερες προϋποθέσεις
Με τη νομοτεχνική βελτίωση δεν τροποποιούνται τα εισοδηματικά κριτήρια και τα όρια αντικειμενικής αξίας που θα πρέπει να πληρούν οι ευάλωτοι δανειολήπτες, προστίθενται όμως περισσότερες προϋποθέσεις τις οποίες οι οφειλέτες πρέπει να πληρούν προκειμένου να τύχουν των ευνοϊκών διατάξεων της ρύθμισης.
Αυτό γίνεται προκειμένου να αποκλειστούν «στρατηγικοί κακοπληρωτές». Ετσι προβλέπεται ότι ο οφειλέτης:
■ Υποχρεούται να καταβάλει «το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του» και σε κάθε περίπτωση υποχρεούται στην καταβολή ελάχιστης συνεισφοράς.
■ Η συνεισφορά του Δημοσίου θα διαρκεί ώς τρία χρόνια και θα καταβάλλεται απευθείας στους πιστωτές, αλλά μόνον εφόσον ο δανειολήπτης παραμένει συνεπής στην καταβολή της ελάχιστης δόσης που θα του ορίσει το δικαστήριο.
■ Οι οφειλέτες θα πρέπει να καταβάλλουν τέτοιο ποσό στις τράπεζες ώστε να διασφαλίζεται ότι οι πιστωτές δεν θα βρεθούν χωρίς τη συναίνεσή τους σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτή που θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης (σ.σ. πλειστηριασμού) του ακινήτου.
Πρακτικά δηλαδή ορίζεται ότι οι τράπεζες θα πάρουν πίσω τουλάχιστον την εμπορική αξία της πρώτης κατοικίας, εκτός αν συμφωνήσουν οι ίδιες να πάρουν λιγότερα χρήματα.
■ Εισάγεται και για τους ευάλωτους δανειολήπτες η έννοια του «συνεργάσιμου δανειολήπτη» όπως αυτός ορίζεται στον Κώδικα Δεοντολογίας των τραπεζών. Αν δηλαδή κριθεί για διάφορους λόγους μη συνεργάσιμος, θα χάνει το δικαίωμα προστασίας.
■ Προστασία από πλειστηριασμό θα παρέχεται μόνο για την κατοικία που χρησιμοποιείται ως κύρια.
Μέχρι σήμερα ο νόμος προέβλεπε τη δυνατότητα διάσωσης της κύριας ή της μοναδικής κατοικίας εφόσον ο ή η σύζυγος του οφειλέτη δεν είχε άλλο ακίνητο που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως κύρια.
Οι διατάξεις αυτές έχουν πλέον απαλειφθεί.
Η πρώτη τιμή στον πλειστηριασμό
Με τις νομοτεχνικές βελτιώσεις αποσαφηνίστηκε επίσης ότι για όλους τους οφειλέτες που θα υπαχθούν στον νόμο, η δόση θα καθορίζεται από το δικαστήριο με βάση την τιμή πρώτης προσφοράς εάν το ακίνητο έβγαινε σε πλειστηριασμό.
Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, η τιμή πρώτης προσφοράς είναι πάντα η τρέχουσα εμπορική αξία.
Με τον τρόπο αυτό πρακτικά δίνεται η δυνατότητα να μειωθεί δραστικά το ποσό της δόσης που μέχρι σήμερα βασίζεται στην αντικειμενική αξία.
Θολό παραμένει το σημείο για το ποιος θα αναλάβει να κάνει την αποτίμηση της εμπορικής αξίας.
Το νομοσχέδιο προέβλεπε πως την εκτίμηση θα έκανε ειδικός εμπειρογνώμονας 30 μέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης του δανειολήπτη. Αυτή η παράγραφος διεγράφη από τον νόμο.
Η Τράπεζα της Ελλάδος θα είναι πάντως αυτή που σε 30 ημέρες θα δημοσιεύσει απόφαση με την οποία θα καθορίζει τη διαδικασία και τα κριτήρια για τον τρόπο προσδιορισμού της «μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής» των οφειλετών, τη μέθοδο υπολογισμού του ποσού που θα λάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης (εμπορική αξία), καθώς και τον τρόπο εκτίμησης της ενδεχόμενης ζημιάς των πιστωτών.
