Η αποθέωση της εργασιακής ευελιξίας με επαχθές τίμημα την επιδείνωση της επαγγελματικής εξουθένωσης ενσαρκώνεται στο νομοσχέδιο υπό τον ψευδεπίγραφο τίτλο «Δίκαιη εργασία για όλους. Απλοποίηση της νομοθεσίας. Στήριξη των εργαζομένων», το οποίο κατατέθηκε το βράδυ της περασμένης Παρασκευής στη Βουλή για να συζητηθεί από αύριο στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές.
Η απλοποίηση διαδικασιών για τη μείωση γραφειοκρατικών βαρών και άλλες θετικές διατάξεις γίνονται το όχημα όχι για τη θωράκιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, όπως διατείνεται το υπουργείο Εργασίας, αλλά για τις βάρβαρες αλλαγές της 13ης ώρας εργασίας στον ίδιο εργοδότη ημερησίως και της διευθέτησης του χρόνου εργασίας σε ετήσια ή ακόμα και εβδομαδιαία βάση, έως 40 ώρες εβδομαδιαίως.
Προς ικανοποίηση των επιχειρησιακών, μεταβαλλόμενων αναγκών του εκάστοτε εργοδότη οι δύο ρυθμίσεις δεν αποσύρθηκαν, παρά τη μαζική εναντίωση των συνδικαλιστικών φορέων, που αμφισβητούν την εφαρμογή της πρόβλεψης για αντάλλαγμα ρεπό ή επιπλέον ημέρα άδειας στην υπερωριακή εργασία και σε κάθε περίπτωση επισημαίνουν την υποβάθμιση της προσωπικής ζωής από την καταστρατήγηση του ελεύθερου χρόνου αλλά και τους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων από την αύξηση της εντατικοποίησης.
Παρά την επίμονη ανεργία, τα επίμαχα άρθρα αποθαρρύνουν τις νέες προσλήψεις αντιμετωπίζοντας μόνο πρόσκαιρα το πρόβλημα των κενών αφενός οδηγώντας στην εξάντληση του υφιστάμενου προσωπικού και αφετέρου χωρίς κέρδη για την ασθενική παραγωγικότητα και τη βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας μακροπρόθεσμα. Ειδικά, η δυνατότητα για συνεχές 13ωρο παραβιάζει ουσιαστικά το ελάχιστο όριο του υποχρεωτικού 11ωρου ανάπαυσης την ημέρα, καθώς κατά κανόνα δεν συνεκτιμώνται ο χρόνος διαλείμματος και ο χρόνος προετοιμασίας.
Χαστούκι από την ΟΚΕ
Τις ενστάσεις για τα παραπάνω άρθρα και όχι μόνο εξέφρασε η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή της Ελλάδος, η οποία επέκρινε το σύντομο χρονικό διάστημα της διαβούλευσης του ν/σ και εξέφρασε ανησυχίες για κακή νομοθέτηση εξαιτίας της ενσωμάτωσης των νομοθετικών παρεμβάσεων χωρίς την απαραίτητη κωδικοποίηση.
Το συμβουλευτικό όργανο της πολιτείας εκτιμά πως το μοντέλο διευθέτησης του χρόνου εργασίας, εφόσον η περίοδος αναφοράς υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες ή το σύστημα συμφωνείται μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου σε ατομικό επίπεδο, ενδέχεται να έρχεται σε αντίφαση και να παραβαίνει την Οδηγία 2003/88/ΕΚ (άρθρα 17, 18 και 19) και τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του άρθρου 182 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (ΚΕΔ), που τα ενσωμάτωσαν και ορίζουν ότι οι παρεκκλίσεις της μέγιστης διάρκειας εβδομαδιαίας εργασίας επιτρέπεται να θεσπίζονται μέσω νομοθετικής οδού ή μέσω συλλογικών συμβάσεων ή με συμφωνία των κοινωνικών εταίρων.
Η ΟΕΚ εκφράζει αμφιβολίες και για τα περί αλλαγής του ωραρίου κατόπιν συμφωνίας με τον εργαζόμενο ή με την επιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση σύναψης επιχειρησιακής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας με συμβούλιο των εργαζομένων ή ένωση προσώπων, γιατί δεν διασφαλίζεται ότι ο εργοδότης δεν θα μπορούσε να παρακάμψει το σωματείο εργαζομένων, εφόσον αυτό υπάρχει στην επιχείρηση.
Σε ό,τι αφορά την επίσης προβληματική επέκταση της υπερωριακής απασχόλησης στην εκ περιτροπής εργασία η Επιτροπή τονίζει πως η υπερωριακή απασχόληση είναι αντίθετη προς το άρθρο 113 του ΚΕΔ, αναφορικά με τη μονομερή επιβολή εκ περιτροπής απασχόλησης στην περίπτωση του περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας του εργοδότη.
«Η υπό κρίση διάταξη προβλέπει πλέον ρητά τη δυνατότητα παροχής υπερωριακής εργασίας και στις περιπτώσεις που ο εργοδότης έχει επιβάλει μονομερώς εκ περιτροπής σύστημα εργασίας για διάστημα εννέα μηνών, με αποτέλεσμα να παρίσταται εξαιρετικά προβληματική, δοθέντος ότι η παροχή υπερωρίας σε περιπτώσεις που μονομερώς ο εργαζόμενος έχει τεθεί σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την έννοια του “περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας του εργοδότη”, που αποτελεί τη νόμιμη προϋπόθεση για την επιβολή ενός τέτοιου συστήματος. Υπό την έννοια αυτή, η σχολιαζόμενη διάταξη θα οδηγήσει, πέραν της αλλοίωσης του χαρακτήρα του ευέλικτου μέτρου της εκ περιτροπής απασχόλησης για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων αναγκών της επιχείρησης, και σε καταστρατήγηση, καθόσον θα χρησιμοποιηθεί για την εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης» αναφέρει η ΟΕΚ στη γνωμοδότησή της.
Μάλιστα, επικαλείται αποφάσεις του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις οποίες δεν είναι νόμιμη η επιβολή εκ περιτροπής απασχόλησης, όταν οι εργαζόμενοι δεν εναλλάσσονται σε ημέρες εργασίας (Α.Π. 587/2022). «Συνακόλουθα δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής επιβολή συστήματος εργασίας κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο για τις ίδιες συγκεκριμένες ημέρες την εβδομάδα σε μισθωτούς της επιχείρησής του, αφού στην περίπτωση αυτή ελλείπει το στοιχείο της εναλλάξ παροχής εργασίας (Α.Π. 771/2017), ούτε η επιβολή του επιλεκτικά σε συγκεκριμένους μόνο μισθωτούς, όταν οι υπόλοιποι εξακολουθούν να εργάζονται με πλήρες ωράριο ή όταν το αντικείμενο εργασίας καλύπτεται από έναν μισθωτό, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να αντικατασταθεί από άλλον κατά τον χρόνο της υποχρεωτικής απουσίας του (Α.Π. 1252/2014)».
Επιθέσεις και προσχήματα
Το όργανο εκφράζει προβληματισμούς και για τη νομοθέτηση των fast track προσλήψεων μέσω κινητού για εργασία έως δύο ημερών, καθώς δεν προβλέπεται ρητή απαγόρευση στη δυνατότητα επαναλαμβανόμενης πρόσληψης του ατόμου.
Δικαιολογημένους φόβους για την αναπαραγωγή καταχρηστικών πρακτικών εγείρουν ακόμη το πλήγμα στο δικαίωμα της ετήσιας άδειας αναψυχής με την ελάχιστη διάρκεια του κάθε τμήματος να μειώνεται στο μισό σε σχέση με την ισχύουσα νομοθεσία, η κατάργηση της υποχρέωσης γνωστοποίησης της σύμβασης μερικής απασχόλησης στην Επιθεώρηση Εργασίας και η νέα ευχέρεια μονομερούς καταχώρισης οικειοθελούς αποχωρήσεως, εξαιτίας του κινδύνου επίκλησης αυθαίρετης απουσίας, χωρίς να συντρέχουν πραγματικά οι προϋποθέσεις της και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης.
Από την πλευρά του, το υπουργείο Εργασίας σημειώνει πως στο νομοσχέδιο ενσωματώθηκαν οι παρακάτω προτάσεις των κοινωνικών εταίρων:
• Η διευκρίνιση ότι ελλείψει της αναγγελίας πρόσληψης επιβάλλεται πρόστιμο για αδήλωτη εργασία.
• Η κατάργηση υποχρέωσης συνυπογραφής από τον εργοδότη σε περιπτώσεις οικειοθελούς αποχώρησης καθώς και η αυτόματη ειδοποίηση του εργοδότη για την υποβολή της δήλωσης εκ μέρους του εργαζόμενου.
• Η διευκρίνιση ότι κάθε αδικαιολόγητη μείωση αποδοχών συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή και όχι μόνο εάν έγινε κατόπιν εφαρμογής της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας.
• Η πρόβλεψη ότι η άρνηση παροχής υπερωρίας δεν μπορεί να οδηγήσει σε οποιαδήποτε βλαπτική μεταβολή ή δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζόμενου από τον εργοδότη.
Ωστόσο, τουλάχιστον οι τελευταίες δύο προβλέψεις χρήζουν ερμηνείας. Αλλωστε, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας.
Απώλεια εσόδων
Με άλλα άρθρα του νομοσχεδίου εμβαθύνεται η κρατική διαχείριση του κατώτατου μισθού, καθώς θεσπίζεται ο ψηφιακός μηχανισμός για την αιτιολόγηση του καθορισμού του, ενώ με ζημία απειλούνται και τα ασφαλιστικά ταμεία.
Σύμφωνα με την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για το σχέδιο νόμου, αναμένεται απώλεια εσόδων από τη μη προσμέτρηση της επιπλέον (της νομοθετημένης) προσαύξησης των αποδοχών των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης για υπερωρία, υπερεργασία κ.λπ., που καταβάλλεται βάσει συλλογικής σύμβασης εργασίας ή οικειοθελώς από τον εργοδότη, στο συνολικό ποσό των αποδοχών επί των οποίων υπολογίζεται η ασφαλιστική εισφορά ασφαλισμένων μισθωτών και εργοδοτών.
Θετικές ρυθμίσεις
Οι διατάξεις για την ενίσχυση της Επιθεώρησης Εργασίας δεν κοστίζουν ιδιαίτερα. Το ΓΛΚ υπολογίζει περίπου σε 31.000 ευρώ την ετήσια δαπάνη για την αναγνώριση εξόδων διανυκτέρευσης των υπαλλήλων που διενεργούν επιτόπιους ελέγχους και σε 85.000 τον επανακαθορισμό του μισθολογικού καθεστώτος του ιατρικού προσωπικού της υπηρεσίας. Την πιο σημαντική ρύθμιση σε αυτό το μέρος του ν/σ αποτελεί η αυστηροποίηση του πλαισίου για πράξεις βίας σε βάρος επιθεωρητών Εργασίας ή παρεμπόδισης ελέγχου.
Στα θετικά του νομοσχεδίου το «πάγωμα» της Εισφοράς Αλληλεγγύης για τους εργαζόμενους συνταξιούχους, η κατοχύρωση της γονικής άδειας ως αφορολόγητο, ανεκχώρητο και ακατάσχετο ποσό, η επέκταση του επιδόματος κυοφορίας/λοχείας σε περιπτώσεις ασφάλισης/απασχόλησης σε πάνω από ένα ταμείο/εργοδότη, η επέκταση προστασίας από απόλυση και της χορήγησης του μεταγενέθλιου τμήματος της άδειας μητρότητας σε ανάδοχες μητέρες.
